Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Η ηθική της ρομποτικής

Leave a Comment
Στον κόσμο της επιστημονικής φαντασίας του Ισαακ Ασίμωφ, κάθε ποζιτρονικό ρομπότ που κατασκευάζεται οφείλει να υπακούει τους Τρεις Νόμους της Ρομποτικής:

  1. Το ρομπότ δε θα κάνει κακό σε άνθρωπο, ή θα επιτρέψει με την αδράνειά του να βρεθεί άνθρωπος σε κίνδυνο 
  2. Το ρομπότ πρέπει να υπακούει τις διαταγές που του δίνουν οι άνθρωποι, εκτός αν αυτές οι διαταγές έρχονται σε αντίθεση με τον Πρώτο Νόμο 
  3. Το ρομπότ οφείλει να προστατεύει την ύπαρξή του, εφόσον αυτό δεν συγκρούεται με τον Πρώτο και το Δεύτερο Νόμο 
Η ηθική της ρομποτικής δεν είναι (ή δεν θα έπρεπε να είναι) και τόσο ξένη στον κόσμο της εφαρμοσμένης πολιτικής. Αν αντικαταστήσουμε τις λέξεις «Το ρομπότ» (και «άνθρωπος») με τις λέξεις «Η κυβέρνηση» (και «πολίτης» αντίστοιχα), έχουμε στη διάθεσή μας τρεις νόμους που, αν και βαρετά απλοί σε πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσαν ίσως να μας προφυλάξουν από περιπτώσεις όπως αυτές των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών. (Ελπίζω να είναι σαφές ότι δεν υποστηρίζω την αντικατάσταση της πολιτικής από αυτοματισμούς ή την αντικατάσταση των ιδεών από αλγόριθμους σχεδιασμού. Κάθε άλλο. Απλά, μέσα στα πλαίσια πάντα των ιδεολογικών μας περιπλανήσεων, θα μπορούσαμε ίσως να εντάξουμε κάπως και μια συζήτηση περί της ηθικής της πολιτικής πρακτικής.)

1. Καμία σχεδόν από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν με το Μνημόνιο δεν έχει εφαρμοστεί. Είναι απελπιστικά μονότονο να επανερχόμαστε ξανά και ξανά στην ίδια θεματολογία: οι ιδιωτικοποιήσεις, η μείωση του κράτους, η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων. Όλα αυτά έχουν εξαγγελθεί εδώ και πολλούς μήνες. Έχουν συζητηθεί εκτεταμένα σε βιβλία, άρθρα και αναλύσεις. Έχουν γίνει οι αντίστοιχες απεργίες, διαδηλώσεις και καταλήψεις, σύμφωνα με το εθιμοτυπικό της ελληνικής πολιτικής. Ακούσαμε και τις σχετικές θεωρίας συνομωσίας. Το μόνο που δεν έχει γίνει ακόμη για να κλείσει ο κύκλος, είναι η ίδια η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Κι όσο κυλάει ο χρόνος, τόσο πιο αλλόκοτο φαίνεται το γεγονός ότι η κυβέρνηση αποδέχεται να εισπράττει το κόστος μεταρρυθμίσεων που δεν έχει ακόμη καν αρχίσει την υλοποίησή τους. Τόσο πιο επώδυνο γίνεται όμως και το κόστος αυτής της αναβλητικότητας. Η κυβέρνηση επιτρέπει, με την αδράνειά της να παραμένει η οικονομία σε πορεία χρεοκοπίας και οι πολίτες να βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο οικονομικής καταστροφής.

2. (Ας ξεπεράσουμε για λίγο το γεγονός ότι η κυβέρνηση εκλέχτηκε από τους πολίτες με παντελώς διαφορετική ατζέντα από αυτή που εφαρμόζει, μιας και καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση δεν είπε ποτέ την αλήθεια προεκλογικά.) Τους μόνους πολίτες που «υπακούει» το επιτελείο της κυβέρνησης είναι τα οργανωμένα συνδικάτα που έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να καθυστερήσουν κάθε μεταρρύθμιση που θα μπορούσε να απειλήσει τα προνόμιά τους. Κι ενώ, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία των πολιτών εγκρίνει σχεδόν όλα τα διαθρωτικά μέτρα που περιλαμβάνονται στις αρχικές συμφωνίες με τους δανειστές μας, η κυβέρνηση παραμένει στο επίπεδο των εξαγγελιών. Πάει περίπατο λοιπόν κι ο Δεύτερος Κανόνας. Η κυβέρνηση και δεν υπακούει τις «διαταγές» των πολιτών και, όπου το κάνει, το κάνει σε βάρος των ίδιων των πολιτών.

3. Οι συγχωνεύσεις, το κλείσιμο οργανισμών, και οι ιδιωτικοποιήσεις έπρεπε να είχαν ήδη προχωρήσει. Θα είχαμε έτσι μια σχεδιασμένη μείωση του προσωπικού που και θα μείωνε τις σχετικές δαπάνες και θα οδηγούσε σε αυξημένη αποδοτικότητα του Δημοσίου. Σήμερα είμαστε αναγκασμένοι να καταφύγουμε σε ομαδικές απολύσεις χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, μετά από χιλιάδες απώλειες θέσεων και στον ιδιωτικό τομέα, με άγνωστες επιπτώσεις στην ίδια την οικονομία, αλλά και την κοινωνική συνοχή. Η κυβέρνηση αδυνατώντας να συγκρουστεί με τα συνδικάτα που στηρίξανε όλες αυτές τις δεκαετίες την ύπαρξή της, μετακυλά το κόστος της αδυναμίας της σε ολόκληρη την κοινωνία.

Είναι αφελές να περιμένουμε από τους πολιτικούς μας να είναι πεφωτισμένοι άγγελοι. Ίσως όμως θα άξιζε τον κόπο να απαιτούμε να μην συμπεριφέρονται χειρότερα από ρομπότ. Αν και, η αλήθεια είναι ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης για αυτή τους τη συμπεριφορά φέρουμε κι εμείς οι πολίτες, οι ψηφοφόροι.
Ο Borges, πίστευε ότι αν η ουτοπία ενός «απείρως φορτικού κράτους» γινότανε ποτέ πραγματικότητα, θα είχε τουλάχιστο τη «θεόσταλτη αρετή ότι θα έκανε τους πάντες να ποθούν, κι εντέλει να πετύχουν, την αντίθεσή του». Είχε μάλλον άδικο. Το «απείρως φορτικό κράτος» είναι εδώ, είναι ο κόσμος μας. Σε μεγάλο βαθμό όμως, αντί να απαιτούμε «εδώ και τώρα» τη μεταρρυθμιστική αντίθεσή του, στρέφουμε το βλέμμα μας στη νοσταλγία ενός φανταστικού παρελθόντος. Ο κ. Σαμαράς δεν κέρδισε τις εντυπώσεις στη ΔΕΘ με το όραμα της οικονομικής ελευθερίας και της μείωσης του κράτους. Βρίσκεται μπροστά στις δημοσκοπήσεις επειδή έταξε μείωση των φόρων και επιστροφή στην κλειστή κοινωνία της «ελληνικότητας» και της προσευχής.

Το δίλλημα των επόμενων εκλογών θα βρίσκεται λοιπόν ανάμεσα σε μια αποτυχημένη κυβέρνηση και μια καταστροφική αντιπολίτευση. Καθόλου ευχάριστη προοπτική.