Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Επιχορήγηση της εκκλησίας – ως πότε;

Leave a Comment
Ας υποθέσουμε ότι το κράτος αποφασίζει να στηρίξει οικονομικά κάποιο συγκεκριμένο συνδικάτο. Σε οικονομίες όπου οι άμεσες εξωτερικές παρεμβάσεις σε οποιονδήποτε κοινωνικό χώρο δράσης είναι αποδεκτές, η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα (και πολύ σπάνια και τα τρία) από τα παρακάτω γνώριμα εργαλεία:

  1. Άμεση επιχορήγηση του συνδικάτου: πληρώνοντας από το δημόσιο ταμείο μέρος ή όλο το μισθό των μελών του συνδικάτου, παρέχοντας υλική υποστήριξη για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους, χρηματοδοτώντας την εκπαίδευση των μελών του, κλπ.
  2. Παροχή ειδικών φοροαπαλλαγών στο ίδιο το συνδικάτο και τα μέλη του. (Κάθε φόρος που επιβάλλεται σε όλους τους πολίτες, εκτός από συγκεκριμένα μέλη κάποιας ομάδας, αποτελεί ουσιαστικά έμμεση αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος αυτής της ομάδας. Μιας και, ενώ το θεωρητικό όφελος της ύπαρξης και λειτουργίας του κράτους μοιράζεται ισομερώς μεταξύ όλων των πολιτών, οι συγκεκριμένοι πολίτες εξαιρούνται από το αντίστοιχο βάρος.)
  3. Διατήρηση του χώρου δράσης του συνδικάτου ως ‘κλειστού’: αυτό σημαίνει ότι η είσοδος ανταγωνιστικών προϊόντων και οργανώσεων στο χώρο δράσης του συνδικάτου ‘ρυθμίζεται’ – περιορίζεται δηλαδή – από το ίδιο το κράτος ή και, σε πιο ακραίες περιπτώσεις, από το ίδιο το συνδικάτο. Με στόχο πάντα την ελαχιστοποίηση του ανταγωνισμού και τη διατήρηση των ειδικών προνομίων του συνδικάτου.
Τέτοιες παρεμβάσεις, γίνονται συνήθως στο όνομα της προστασίας κάποιας υπηρεσίας που παρέχει το συνδικάτο και «θεωρείται» πολύτιμη για την κοινωνία. Ωστόσο, αν η κοινωνία θεωρούσε όντως πολύτιμες τις υπηρεσίες του συγκεκριμένου συνδικάτου, η προστασία από το κράτος θα ήταν προφανώς άχρηστη. Η ίδια η κρατική προστασία, με τις παρεμβατικές μορφές που περιγράφω πιο πάνω, αποδεικνύει ότι οι υπηρεσίες του συγκεκριμένου συνδικάτου, όχι μόνο δεν θεωρούνται πολύτιμες, αλλά αξιολογούνται από τους πολίτες και ως ακριβότερες από το πραγματικό όφελος που μπορεί ενδεχομένως να αποφέρουν.

Ας γίνουμε τώρα και πιο συγκεκριμένοι. Στη χειρότερη φάση της ελληνικής οικονομίας, στο απόλυτο ναδίρ της μεταπολιτευτικής πορείας της χώρας, η κυβέρνηση αποφασίζει να στηρίξει με τον πιο απροκάλυπτο τρόπο το ισχυρότερο συνδικάτο της χώρας – το ιερατείο της εκκλησίας. Αν και θα ήταν μάλλον παράλογο να περιμένουμε άλλη στάση, όταν τα περισσότερα στελέχη της εκλέγονται με τη στήριξη, ή τουλάχιστο την ανοχή, του εκκλησιαστικού κατεστημένου, θα περιμέναμε κάποιο μέτρο. Όταν η ίδια η κυβέρνηση ομολογεί την αποτυχία της και ζητά τη στήριξη των πολιτών, επιβάλλοντας έκτακτη εισφορά στην ακίνητη περιουσία τους , φαίνεται αδιανόητο να εξαιρείται από το μέτρο η εκκλησιαστική περιουσία. (Υπάρχει άραγε άλλος φορέας στη χώρα με μεγαλύτερη ακίνητη περιουσία από την εκκλησία;)
Σε απάντηση των λιγοστών ενστάσεων που ακούστηκαν, η εκκλησία δήλωσε ότι δεν ζήτησε ποτέ να εξαιρεθεί από το μέτρο, κι ότι είναι έτοιμη να καταβάλει κι αυτή το ποσό που αντιστοιχεί στα ακίνητα που εκμεταλλεύεται εμπορικά. Μα, δεν χρειάστηκε ποτέ να ζητήσει την εξαίρεσή της. Η απειλή και μόνο της απώλειας της εύνοιας του συνδικάτου της μεταφυσικής πίστης, αρκεί να τρομάξει και τον πιο καλόπιστο νομοθέτη. Η συζήτηση δε περί της εμπορικής εκμετάλλευσης θα είχε νόημα μονάχα αν το μέτρο αφορούσε μόνο αυτή την κατηγορία ακινήτων. Η οποιαδήποτε εμπλοκή σε μια τέτοιου είδους συζήτηση θα μας εγκλώβιζε στην παραδοχή ότι μπορούν να υπάρχουν πολίτες και οργανώσεις που έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν ποιους φόρους θέλουν να πληρώσουν και ποιους όχι.

Υπάρχουν πιθανά αναγνώστες που ενδέχεται να βρίσκουν προσβλητικά τα όσα γράφω για το φορέα της θρησκευτικής τους πίστης. Πιθανά θα υπάρξουν κι εκείνοι που θα δηλώσουν ότι καλώς εξαιρείται η εκκλησία μιας και προσφέρει έργο που δεν μπορεί να μετρηθεί σε οικονομικά μεγέθη. Οφείλω όμως να θυμίσω ότι η οικονομία δεν είναι τόπος δηλώσεων, αλλά επιλογών. Ποιος είναι έτοιμος να παραχωρήσει στην εκκλησία (να πληρώσει τους φόρους της δηλαδή) το ενοίκιο του επόμενου μήνα, τα δίδακτρα του φροντιστηρίου των παιδιών του, ή ακόμη και τις αποταμιεύσεις του για ένα Σαββατοκύριακο διακοπών; Κι αν υπάρχει κανείς, γιατί δεν το έχει κάνει ακόμη;

Για να απαντηθούν λοιπόν όλες οι κατηγορίες περί σκανδαλώδους εύνοιας του χρυσοποίκιλτου εκκλησιαστικού κατεστημένου, και να αποκατασταθεί η αρχή της Ισονομίας, θα μπορούσε η κυβέρνηση να αναπροσαρμόσει την είσπραξη του έκτατους τέλους ως εξής. Η κυβέρνηση έχει κατά νου ένα συγκεκριμένο ποσό, ως στόχο είσπραξης, που το κατένειμε στα ακίνητα με βάση τα δεδομένα της ΔΕΗ – εξαιρώντας πάντα την εκκλησιαστική περιουσία. Θα μπορούσε να γίνει κι ένας δεύτερος υπολογισμός: του ποσού (μικρότερο σε αυτή την περίπτωση) που θα αντιστοιχούσε σε κάθε ακίνητο αν δεν εξαιρούταν η περιουσία της εκκλησίας από τους υπολογισμούς. Οι πολίτες, καθώς θα πληρώνουν το λογαριασμό τους, θα μπορούσαν έτσι να έχουν την επιλογή να πληρώσουν όποιο από τα δύο ποσά επιθυμούν και να μοιραστούν, ή όχι, το φόρο που αντιστοιχεί στην εκκλησία. Τη διαφορά όμως από το ποσό που αντιστοιχεί στα εκκλησιαστικά ακίνητα και δεν θα έχουν – εθελοντικά αυτή τη φορά – αποφασίσει να καλύψουν οι συμπολίτες μας, θα πρέπει να την καταβάλει κατόπι η ίδια η εκκλησία.
Μπορεί να υπάρξει κάποια διαφωνία με μια τέτοια προσέγγιση;