Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Ο μύθος του «τεμπέλη Έλληνα»

1 comment

Κάποιοι πολιτικοί μύθοι (σε καμία περίπτωση όλοι, ούτε καν συχνά) εμπεριέχουν όντως κάποια ίχνη αλήθειας. Αυτό συμβαίνει και με το μύθο του «τεμπέλη Έλληνα» που δημιούργησε η κρίση και τροφοδοτείται από την αδεξιότητα των πολιτικών μας ηγετών. Φυσικά, όπως όλες οι γενικεύσεις, ο μύθος αυτός τοποθετείται πολύ εύκολα στη σφαίρα της ανοησίας. Είναι υπεραπλουστευτικός, αγνοεί την πολυμορφία της ελληνικής κοινωνίας, και αναδεικνύει σκόπιμα το χειρότερο εαυτό μας ως το μοντέλο του σύγχρονου Έλληνα. Θα ήταν ανόητο όμως να ισχυριστούμε ότι δεν έχει και καμία βάση στις κυρίαρχες πολιτισμικές μας αξίες και τον τρόπο οργάνωσης της οικονομικής μας ζωής.


Το μπλοκ του επαρχιώτικου πατριωτισμού, που επιμένει σε μια ηρωική δήθεν υπεράσπιση του παρελθόντος και «αντιστέκεται» στην οποιαδήποτε «εξωτερική παρέμβαση», αρνείται φυσικά ότι ο «τεμπέλης Έλληνας» είναι υπαρκτό πρόσωπο. Στην εθνικιστική του μυθολογία, ο Έλληνας είναι ο περήφανος κι εργατικός υπάλληλος που οι κακοί ξένοι δυσφημούν γιατί προσβλέπουν στην απαξίωσή του και την πλήρη υποταγή του. Κι ως επιχείρημα υπέρ αυτής τους της άποψης, περιφέρουν μια στατιστική μελέτη (του Βρετανικού Office for National Statistics) που δημοσίευσε ο Guardian πριν από μερικούς μήνες. Σε αυτή τη μελέτη, οι Έλληνες (μαζί με τους Αυστριακούς) φαίνεται να εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλο Ευρωπαίο. Μεταξύ των πλήρους απασχόλησης εργαζομένων, ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος εργάζεται 43.7 ώρες την εβδομάδα, με δεύτερο τον Βρετανό (42.7) και τρίτο τον Τσέχο (42.3). Η Γερμανία έρχεται όγδοη με 42 ώρες και η Ολλανδία βρίσκεται αρκετά πιο κάτω με μόλις 40.9 ώρες την εβδομάδα. Ο μέσος όρος δε της Ε.Ε. βρίσκεται στις 41.6 ώρες. Πώς είναι λοιπόν δυνατό, μας λένε, να τολμά κανείς να ισχυριστεί ότι οι Έλληνες δεν εργάζονται αρκετά;

Η απάντηση βέβαια βρίσκεται στη μέτρηση του δείκτη παραγωγικότητας (από την ίδια μελέτη). Με μονάδα αναφοράς τη μέση παραγωγικότητα στην Ε.Ε (100), η παραγωγικότητα των Ολλανδών βρίσκεται στο 136.5, των Γερμανών στο 123.7 και των Ελλήνων μόλις στο 76.3. Αυτό σημαίνει ότι, στον ίδιο χρόνο εργασίας, ο Ολλανδός κι ο Γερμανός εργαζόμενος παράγουν περίπου το διπλάσιο από τον αντίστοιχο Έλληνα. Ενώ ο Έλληνας εργαζόμενος να βρίσκεται στο χώρο εργασίας του περισσότερο χρόνο από τον αντίστοιχο Ολλανδό ή Γερμανό, η παραγωγή του είναι σχεδόν η μισή. Κι αν καταφέρουμε να αποφύγουμε τις ιδεολογικές μας αγκυλώσεις, ιδιαίτερα για το δημόσιο τομέα, μπορούμε μάλλον με σχετική ευκολία να εντοπίσουμε και τις αιτίες αυτής της στρέβλωσης:

1. Ο τρόπος που είναι δομημένες οι δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί και εταιρίες, μας αφαιρεί κάθε δυνατότητα να διαχωρίσουμε τον παραγωγικό εργαζόμενο από τον μη-παραγωγικό. Η εμμονή ωστόσο των συνδικάτων στην άρνηση κάθε αξιολόγησης, όχι μόνο δεν απαντά στις γενικεύσεις, αλλά τις τροφοδοτεί. Και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι οι πραγματικά παραγωγικοί υπάλληλοι αισθάνονται απελπισμένοι όταν εξισώνονται με τους ανάξιους συνάδελφούς τους.

2. Ο παραγωγικός υπάλληλος δεν έχει κανένα κίνητρο να παραμείνει παραγωγικός ή και να βελτιώσει την απόδοσή του. Εξισώνεται μισθολογικά με τον όποιο συνάδελφό του έχει τα ίδια «τυπικά προσόντα» ή «κοινωνικά κριτήρια» και η πορεία της καριέρας του βασίζεται περισσότερο στην τύχη και τα πολιτικά παιχνίδια, παρά στην ίδια την απόδοσή του. (Και δεν αναφέρομαι καν στην ανεκδοτολογία που παρουσιάζει ευσυνείδητους υπάλληλους να δέχονται πιέσεις από συναδέλφους τους ώστε να μειώσουν την απόδοσή τους για να διατηρηθεί έτσι το βολικό γι αυτούς status quo.)

3. Ο ευσυνείδητος και παραγωγικός υπάλληλος βρίσκεται συχνά εγκλωβισμένος από την αφόρητη πολυνομία της γραφειοκρατίας και την έλλειψη κατάλληλων εργαλείων. Η σύγχρονη τεχνολογία, παρά τις όποιες δειλές προσπάθειες των τελευταίων ετών, απουσιάζει ακόμη από τις βασικές διαδικασίες της δημόσιας διοίκησης. Πως είναι δυνατό ένας υπάλληλος που χρειάζεται 30 υπογραφές και άλλες τόσες πρωτοκολλήσεις, να συναγωνιστεί έναν εργαζόμενο που μπορεί να διεκπεραιώσει τις ίδιες ακριβώς διαδικασίες με μερικά μόλις κλικ του πληκτρολογίου του;

4. Για πολλές δεκαετίες, θεωρούσαμε την εργασία στο δημόσιο ως προνόμιο. Δεν είναι. Κι αν η κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο δεν αποτελεί το μαγικό φίλτρο που θα μας γλυτώσει από κάθε δυσλειτουργία, σηματοδοτεί τουλάχιστο μιας κάποια αλλαγή πορείας.

5. Οι οριζόντιες μειώσεις μισθών και ομαδικές απολύσεις, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Μπορεί βραχυπρόθεσμα να μειώνεται το μισθολογικό κόστος, δεν αυξάνεται όμως η παραγωγικότητα. Κι αν οι ανάγκες της δημόσιας διοίκησης συνεχίσουν να αυξάνονται χωρίς να αυξάνεται ταυτόχρονα η παραγωγικότητα και η ευελιξία του δημόσιου τομέα, σύντομα θα οδηγηθούμε ξανά σε αδιέξοδο. Και ή θα καταρρεύσει ολόκληρος ο μηχανισμός, ή θα καταφύγουμε ξανά σε μια (αναγκαστική τότε) νέα δραματική αύξηση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων.

Όταν αποδεχτούμε την πραγματικότητα τότε, και μόνο τότε, θα μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε και να τη βελτιώσουμε. Ο εξορθολογισμός του δημόσιου τομέα περνά αναγκαστικά και μέσα από τη βελτίωση της παραγωγικότητας, τον ανταγωνισμό, την ευελιξία και τη σύγκρουση με τα συνδικαλιστικά ταμπού του παρελθόντος. Αν ούτε τώρα αποφασίσουμε να συζητήσουμε σοβαρά και σε βάθος για το ρόλο και την ποιότητα του κράτους που θέλουμε, ας μην εντυπωσιαστούμε όταν έρθει η κατάρρευση και η σύγκρουση των απλουστεύσεων. Όταν από τη μια θα έχουμε το «είμαστε περήφανοι Έλληνες», κι από την άλλη το «απολύστε όλους του δημόσιους υπάλληλους», θα είναι πολύ αργά πια για διαπιστώσεις.

1 Σχόλια:

Αναρχοφιλελευθερος είπε...

Όπως γράφει ο Δ. Χαριτόπουλος στο "Εγχειρίδιο βλακείας" αναφερόμενος στον... πρωταγωνιστή του βιβλίου:

"Οι ιδέες και οι αφηρημένες έννοιες είναι περίπου αλαμπουρνέζικα. Συνήθως αντιλαμβάνεται και θαυμάζει ποσότητες, απτά μεγέθη, χειροπιαστά: ώρες δουλειάς και όχι αποτέλεσμα, μεγάλη ορχήστρα και όχι άκουσμα, πολλά λεφτά, μεγάλο σπίτι, πολύ φαί, μεγάλα βυζιά."