Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

11 χρόνια και 209 ημέρες

Leave a Comment



Σχόλιο για τη Μάργκαρετ Θάτσερ με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας ‘Η Σιδηρά Κυρία’
του Γ. Σαρηγιαννίδη
(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 16, Φεβρουάριος 2012)
“Τα οικονομικά είναι η μέθοδος. Ο στόχος είναι να αλλάξουμε την καρδιά και την ψυχή.”
Μάργκαρετ Θάτσερ
Είναι απίθανο να συναντήσεις κάποιον, σίγουρα όχι άνω των 30 ετών, που να μην έχει προσωπική άποψη για τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Κι είναι μάλλον ελάχιστοι εκείνοι των οποίων τα αισθήματα ξεπερνούν την απέχθεια ή το καθαρό μίσος. Είναι φαίνεται πολύ βαθειά ριζωμένη η αποστροφή για καθετί που την θυμίζει: ακόμη κι εγώ τώρα, καθώς γράφω αυτό το κείμενο, δυσκολεύομαι να αποφύγω μια μικρή αίσθηση ενοχής. Και το παράξενο είναι ότι σχεδόν κανείς πια δεν μπορεί να εντοπίσει τις πραγματικές αιτίες αυτής της έχθρας. Παιδικό κατάλοιπο ίσως της πιο αλλόκοτης δεκαετίας της σύγχρονης Ιστορίας μας.

Αισθήματα ενοχής

Σε μια από τις χαρακτηριστικές σκηνές της κινηματογραφικής ταινίας ‘Η Σιδηρά Κυρία’ που μόλις κυκλοφόρησε, η Μέριλ Στριπ δείχνει τη μαεστρία της στην τέχνη της μίμησης. Ντυμένη μονάχα με μια ιατρική ρόμπα και μέσα στο άχαρο σκηνικό ενός δωματίου εξέτασης, καταφέρνει να διατηρήσει το πρωθυπουργικό ύφος και τα μακρόσυρτα φωνήεντα της κυρίας Θάτσερ. Δεν θέλει να μιλήσει για το πώς αισθάνεται, δεν έχουν σημασία τα αισθήματά της:
Ένα από τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας είναι ότι μας κυβερνούν άνθρωποι που νοιάζονται περισσότερο για αισθήματα παρά για σκέψεις και ιδέες. Αυτά είναι, οι σκέψεις κι οι ιδέες, που με ενδιαφέρουν εμένα.
Πολύ φοβάμαι ότι δεν θα ήταν καθόλου ικανοποιημένη αν διάβαζε ότι γράφω γι αυτήν ξεκινώντας με τόσες αναφορές σε αισθήματα και ενοχές. Αυτό που μέχρι το τέλος της καριέρας της αδυνατούσε να αποδεχθεί είναι ότι στην πολιτική, όσο και σε κάθε άλλη πτυχή της κοινωνικής μας ζωής, τα αισθήματα και οι προδιαθέσεις αποκτούν συχνά μεγαλύτερη σημασία από τις ιδέες και τα μανιφέστα.


Όταν η κόρη του μανάβη από το Γκράνθαμ πήγε για πρώτη φορά το Μάιο του 1979 στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ για να αναλάβει τα καθήκοντά της, στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί για να την υποδεχτεί, πέρα από τις επευφημίες και τους πανηγυρισμούς των οπαδών της, μπορούσε κανείς να διακρίνει και τα έντονα μπουου ήδη δυσαρεστημένων Βρετανών. Η Μάργκαρετ Θάτσερ δεν είχε ακόμη εφαρμόσει καμία από τις ριζοσπαστικές της πολιτικές. Κι η ανοιχτή της σύγκρουση με το συνδικαλιστικό κατεστημένο θα περιμένει ακόμη αρκετά χρόνια. Ωστόσο, το πλήθος είχε ήδη χωριστεί σε φανατικούς Θατσερικούς και ορκισμένους εχθρούς της.

Ούτε όμως και το ίδιο της το κόμμα δεν ήταν έτοιμο να αποδεχτεί τη ρήξη με τη μεταπολιτευτική πολιτική ισορροπία. Είναι η φυσική στάση άλλωστε όλων των συντηρητικών κομμάτων να αντιδρούν και να αντιστέκονται στις δραστικές αλλαγές. (Ούτε μπορούσαν εύκολα να συμφιλιωθούν με το γεγονός ότι μια γυναίκα μικροαστικής καταγωγής ήταν πλέον πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου.) Ο ριζοσπαστισμός της Θάτσερ ήταν ξένο σώμα μέσα στο συντηρητικό κόμμα που την ανέχτηκε διψασμένο για εξουσία. Η ίδια δε, δεν θα μπορούσε φυσικά να χαρακτηριστεί συντηρητική με κανένα μέτρο: δεν ήθελε να διατηρήσει το status quo, ούτε ήθελε να διατηρήσει πολιτισμικές αξίες και κοινωνικές ισορροπίες, ήθελε να καταστρέψει την Αγγλία της παρακμής όπως την έβλεπε γύρω της. Ο Θατσερισμός ήταν από τη γέννησή του πολιτική με αμφεταμίνες, μια rock’n’roll διαρκή επανάσταση.

Η σύγκρουση

Ο χειμώνας του 1978-79 έμεινε γνωστός στη Βρετανική πολιτική ως ο «χειμώνας της δυσαρέσκειας». (Από μια περίτεχνη αναφορά των δημοσιογράφων στο Ριχάρδο ΙΙΙ του Σαίξπηρ.) Ο πληθωρισμός παρέμενε κοντά στο 10%, η οικονομία βρισκόταν σε πορεία ταχείας παρακμής και η κυβέρνηση των Εργατικών αδυνατούσε να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά του κράτους. Ήταν φανερό ότι η μέθοδος των «κοινωνικών συμβολαίων» είχε ξεπεράσει τα όριά της και κατέρρεε.

Τα συνδικάτα, αντιδρώντας στους περιορισμούς των αυξήσεων σε μισθούς και αποδοχές, είχαν κηρύξει πόλεμο σε όλα τα επίπεδα. Οι οδηγοί φορτηγών έβαλαν φρένο στις μεταφορές προϊόντων και πετρελαίου. Οι δημόσιοι υπάλληλοι έκαναν τη μία απεργία μετά την άλλη. Τα σκουπίδια σχηματίζανε βουνά στους δρόμους των μεγαλουπόλεων. Μέχρι και οι νεκροθάφτες αρνούταν να θάψουν τους νεκρούς. Και για να συμπληρωθεί το γκρίζο σκηνικό της μιζέριας, οι θερμοκρασίες άρχισαν να πέφτουν χαμηλότερα από ότι ολόκληρη την προηγούμενη εικοσαετία, με τις χιονοθύελλες να δυσκολεύουν τη ζωή των πολιτών και να αυξάνουν την αίσθηση του αδιεξόδου. (Είναι μάλλον η ειρωνεία της Ιστορίας που μας οδήγησε κι εμάς να ζούμε παρόμοιες σκηνές γύρω μας.)

Κι ενώ η Εργατική κυβέρνηση υποχωρούσε σε κάθε διεκδίκηση επιταχύνοντας την πτώση, η Μάργκαρετ Θάτσερ ήρθε να διακηρύξει το τέλος του πολιτικού πολιτισμού της συναίνεσης. Πίστευε ότι τίποτα μεγάλο δεν μπορεί να γεννηθεί ως προϊόν συμβιβασμού. Η Μεγάλη Βρετανία έπρεπε να ανακτήσει ξανά τη δόξα του παρελθόντος κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από τη μετωπική σύγκρουση με τους εχθρούς της: Η εξουσία των συνδικαλιστών ήταν η κύρια αιτία της ανεργίας και έπρεπε να περιοριστεί. Ο εξισωτικός σοσιαλισμός των Εργατικών απειλούσε το Βρετανικό πολιτισμό και έπρεπε να αντιστραφεί. Όπως θα δηλώσει αργότερα σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα Sunday Times:
Αυτό που με ενοχλούσε πάντα στην όλη κατεύθυνση της πολιτικής των τελευταίων 30 ετών είναι ότι κινούταν προς την κολεκτιβιστική κοινωνία. Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει πια την κοινωνία των προσώπων. Κι αναρωτιούνται: μετράω εγώ, έχω σημασία; Η σύντομη απάντηση είναι, ναι. Και ως εκ τούτου, ο στόχος μου δεν είναι η οικονομική πολιτική. Ο στόχος μου είναι η αλλαγή της προσέγγισης και η αλλαγή της οικονομίας είναι το μέσο για την αλλαγή της προσέγγισης. Εάν αλλάξουμε την προσέγγιση, τότε μπορούμε να έχουμε στόχο την καρδιά και την ψυχή του έθνους. Τα οικονομικά είναι η μέθοδος. Ο στόχος είναι να αλλάξουμε την καρδιά και την ψυχή.
Ο ψυχρός πόλεμος έπρεπε να κερδηθεί και στο εσωτερικό της χώρας. Και δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια υποχώρησης.

Η Σιδηρά Κυρία

Τον Απρίλιο του 1947, ιδρύεται σε ένα μικρό χωριό της Ελβετίας η Mont Pelerin Society. Μετά από πρωτοβουλία του Φ.Α. Χάγιεκ, 39 διανοούμενοι (μεταξύ των οποίων και οι Μίζες, Φρίντμαν και Πόππερ) αποφασίζουν να ιδρύσουν μια κοινότητα με στόχο την προώθηση των ιδεών του κλασικού φιλελευθερισμού και της ανοιχτής κοινωνίας. Η πρόθεσή τους δεν ήταν να παρέμβουν άμεσα στην πολιτική διαδικασία, αλλά να επηρεάσουν την κατεύθυνση των εξελίξεων στο επίπεδο των ιδεών. Ο Χάγιεκ πίστευε ότι η πολιτική αγορά δεν ήταν ακόμη έτοιμη για τις φιλελεύθερες ιδέες. Έπρεπε πρώτα να πείσουν τους διανοούμενους και οι πολιτικοί θα ακολουθούσαν. Αντί να αναλώσουν τις δυνάμεις τους στην πολιτική αρένα, θα προωθούσαν τις ιδέες τους κάνοντας αυτό που ξέρουν καλύτερα: θα γράφανε βιβλία, θα έδιναν διαλέξεις, θα δημιουργούσαν δεξαμενές σκέψεις (think tanks).

Έτσι, οκτώ χρόνια μετά, ιδρύεται και στο Λονδίνο το Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων (Institute of Economic Affairs). Καμία δεξαμενή σκέψης δεν έχει επηρεάσει τόσο την πολιτική ζωή μιας χώρας όσο το IEA - ιδιαίτερα μετά το 1957, όταν αναλαμβάνει την ηγεσία του ο Ραλφ Χάρρις, γνωστός και ως «ο Αρχιτέκτονας του Θατσερισμού». Σε μια από τις ιστορίες που κυκλοφορούν για τη σχέση τους, η Μάργκαρετ Θάτσερ φέρεται να του είπε πειράζοντάς τον: “Ραλφ, μπορεί ο κόκορας να κράζει, αλλά η κλώσα είναι που κάνει τα αυγά». Είμαι σίγουρος ότι ο Λόρδος (όπως ονομάστηκε αργότερα) Χάρρις δεν ενοχλήθηκε καθόλου. Χρειάστηκαν 22 χρόνια, αλλά κατάφερε να φέρει τις ιδέες του στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής της χώρας του. Και όχι μόνο. Κατάφερε να γεννήσει ένα κίνημα που θα διαμορφώσει την πολιτική συζήτηση για τις επόμενες δεκαετίες σε ολόκληρο σχεδόν το Δυτικό κόσμο.

Όταν η Θάτσερ ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1979, το πρώτο βήμα ήταν η τακτοποίηση των δημόσιων οικονομικών, το ‘νοικοκύρεμα’. Αν και η ρητορική της παρέμενε πολεμική, στην πράξη έδωσε πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην κατασκευή θεμελίων, παρά στην εφαρμογή επιθετικών μεταρρυθμίσεων. Μπορεί στα σχεδιαγράμματα των πολιτικών της να κυριαρχούσε ο Milton Friedman, στο βάθος όμως της σκέψης της υπήρχε η «οικονομία της νοικοκυράς». Άλλωστε, το συντηρητικό κόμμα δεν ήταν ακόμη έτοιμο να τη στηρίξει στις ριζοσπαστικές της αφηγήσεις και η ανάγκη διατήρησης των εσωτερικών ισορροπιών δεν επέτρεπε ακόμη επαναστατικές μεταρρυθμίσεις.

Κι εκεί που άρχισε να σταθεροποιείται η οικονομία και να αρχίζει δειλά-δειλά η ανόρθωση, η διεφθαρμένη χούντα της Αργεντινής αποφασίζει να εισβάλλει στα νησιά Φώκλαντ. (Ακολουθώντας το γνωστό μοτίβο των δικτατόρων που νομίζουν ότι με τέτοια τεχνάσματα θα δημιουργήσουν πατριωτικές εξάρσεις που θα λειτουργήσουν προς όφελός τους.) Η Θάτσερ παρέμεινε ψύχραιμη, αλλά και ανυποχώρητη. «Ήττα – δεν αναγνωρίζω καν τη σημασία αυτής της λέξης» δήλωνε με το γνωστό της αλαζονικό ύφος. Μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες, ο στρατός της Αργεντινής παραδίδεται και τα Φώκλαντ επιστρέφουν στον έλεγχο της Μεγάλης Βρετανίας. Η Θάτσερ, εκμεταλλευόμενη το εθνικιστικό ρεύμα που δημιούργησε η πολεμική ατμόσφαιρα, κατάφερε να βγει από τη συμπλοκή πιο ισχυρή από ποτέ.

Η αναπόφευκτη νίκη της στις επόμενες εκλογές της δίνει τη δύναμη να γίνει πολύ πιο επιθετική στο μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα και να επιβάλει πλέον στο συντηρητικό κόμμα τους δικούς της ρυθμούς. Αυτό που άρχισαν να κατανοούν τα στελέχη του συντηρητικού κόμματος, είναι ότι η Θάτσερ δεν είχε στόχο να αναδείξει τις ιδέες του συντηρητισμού, αλλά να τις επανακαθορίσει. Ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμός του δημοσίου, απελευθέρωση της αγοράς και άμεση σύγκρουση με το συνδικαλιστικό κατεστημένο.

Η μεγάλη μάχη ήρθε τελικά ενάντια στους συνδικαλιστές των κρατικών ανθρακωρυχείων. (Το μεγάλο λάθος όσων πίστεψαν ότι μπορούν να πολεμήσουν τη Σιδηρά Κυρία, είναι ότι διάλεξαν την πιο ακατάλληλη στιγμή.) Λίγα χρόνια μετά, ή λίγα χρόνια πριν, θα μπορούσαν ίσως να έχουν καλύτερη τύχη. Σε αυτή τη φάση της κυβέρνησής της όμως, η Θάτσερ ήταν έτοιμη να μην υποχωρήσει ούτε ίντσα.
Δεν θα διαπραγματευτώ ποτέ με ανθρώπους που χρησιμοποιούν τον εξαναγκασμό και τη βία για την επίτευξη του στόχου τους. Αυτοί είναι οι εχθροί της δημοκρατίας. Δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον της δημοκρατίας. Προσπαθούν να σκοτώσουν τη δημοκρατία για τους δικούς τους σκοπούς.
Κι έτσι, μετά από σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο απεργίας, τα συνδικάτα, όπως και οι Αργεντινοί δικτάτορες 3 μόλις χρόνια πριν, αναγκάστηκαν κι αυτά να υποχωρήσουν.

Η πτώση

Η Μεγάλη Βρετανία μετά τη Θάτσερ δεν θυμίζει σε τίποτα την εποχή της άχρωμης συναίνεσης των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτό που δεν της συγχώρησε ποτέ το κόμμα της ήταν ότι όχι μόνο δεν είχε την πρόθεση να αντιδράσει και να αναχαιτίσει δραστικές μεταρρυθμίσεις, αλλά ότι αποδείχτηκε η πιο επαναστατική προσωπικότητα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Η νεοφιλελεύθερη ουτοπία που καθόρισε τη σκέψη της απαιτούσε ρήξεις και επιθετικές παρεμβάσεις. Η ίδια η Θάτσερ το γνώριζε αυτό πολύ καλά, από πολύ νωρίς:
Για μένα, συναίνεση φαίνεται να είναι: η διαδικασία της εγκατάλειψης όλων των πεποιθήσεων, των αρχών, των αξιών και των πολιτικών σε αναζήτηση κάποιου πράγματος το οποίο κανείς δεν πιστεύει, αλλά για το οποίο κανείς δεν έχει αντίρρηση. Η διαδικασία του να αποφεύγουμε ίδια τα ζητήματα που πρέπει να λυθούν, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμφωνία για το πώς θα πορευτούμε. Ποια μεγάλη μάχη θα είχε δοθεί και κερδηθεί με το σύνθημα «είμαι υπέρ της συναίνεσης»;
Από τη φύση τους, τα συντηρητικά κόμματα αδυνατούν να κατανοήσουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική πράξη που να μην είναι παρεμβατική. Κάθε πολιτική πράξη παρεμβαίνει σε ένα καθεστώς και το στρέφει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Μπορεί να το στρέψει προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ατομικής ελευθερίας, μεγαλύτερου ρόλου του κράτους, ή κάποιας ενδιάμεσης κατάστασης. Μπορεί η νέα κατάσταση να είναι λιγότερο παρεμβατική από την προηγούμενη, ή όχι. Το ότι η νέα αυτή κατάσταση προκύπτει όμως μόνο μέσω παρέμβασης δεν χωράει καμία αμφιβολία. Αυτό δεν το αποδέχτηκαν ποτέ οι συνάδελφοί της. Πόσο μάλλον όταν συνειδητοποίησαν ότι η Μεγάλη Βρετανία που δημιούργησε η Θάτσερ απείχε πολύ από την πολύτιμη εικόνα της Μεγάλης Βρετανίας που θέλανε να προστατέψουν.

Η φιλοσοφία της ταξικής, τακτοποιημένης, στατικής κοινωνίας κατέρρευσε. Ο Θατσερισμός, μπορεί να όξυνε όντως κάποιες ανισότητες, αλλά δημιούργησε ταυτόχρονα μια νέα α-ταξική και δυναμική κοινότητα πολιτών που ούτε ήθελε ούτε μπορούσε πια να γυρίσει στο παρελθόν. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, στην προσπάθειά της να καταστρέψει την κολεκτιβιστική κοινωνία των Εργατικών, τράβηξε και το χαλί κάτω από τα πόδια των Συντηρητικών. Κι από το 1986 και μετά, η πρωθυπουργία της βρισκότανε σε συνεχή απειλή από το ίδια της τα στελέχη. Όταν άνοιξε δε και νέα μέτωπα στο εξωτερικό της χώρας, ενάντια στην ομοσπονδιακή Ευρώπη και τη συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλες, οι εσωτερικοί της εχθροί βρήκανε την ευκαιρία που περιμένανε για 11 χρόνια και 209 ημέρες.

Το Νοέμβριο του 1990, η Μάργκαρετ Θάτσερ αναγκάζεται να παραιτηθεί από πρωθυπουργός της χώρας και επικεφαλής του συντηρητικού κόμματος.

Ο Τρίτος Δρόμος

Δεν έχει σημασία που η ταινία ‘Η Σιδηρά Κυρία’ παρουσιάζει το Θατσερισμό ως το νοσταλγικό όνειρο μιας Ηλικιωμένης Κυρίας. Ούτε έχει καμία σημασία που οι αντίπαλοί της καταφέρανε να ταυτίσουν το Θατσερισμό με το Κακό επί της γης. Την επιτυχία της επανάστασης του Θατσερισμού δεν μπορούμε να την μετρήσουμε παρά μόνο με την εκλογική επιρροή του Τόνι Μπλερ. Για ολόκληρη την επόμενη δεκαετία, θα κατάφερνε να παραμείνει στην εξουσία συνεχίζοντας το έργο της Θάτσερ: επέμεινε στη μείωση των άμεσων φόρων, συνέχισε την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, και προχώρησε στον εκσυγχρονισμό των συνδικάτων.

Η Θάτσερ κατάφερε τελικά να αλλάξει την ‘την καρδιά και την ψυχή’ των Νέων Εργατικών, όπως μετονόμασε το κόμμα του ο Τόνι Μπλερ. Οι Νέοι Εργατικοί, απαλλαγμένοι πλέον από την απέχθειά τους για την αγορά και για ότι δεν μυρίζει αρκετά σχεδιασμένη οικονομία, γίνανε περισσότερο Θατσερικοί από ότι θα μπορούσανε ποτέ να γίνουν οι αντίπαλοί τους του συντηρητικού κόμματος. Οι συντηρητικοί, εξοστρακίζοντας τη Θάτσερ, παρέδωσαν τελικά την εξουσία στο φυσικό της διάδοχο.