Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Η χαμένη γλώσσα του Μπαστιά

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Η Σπασμένη Τζαμαρία', του Frederic Bastiat, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal

Απέφευγα για χρόνια τα κείμενα του Μπαστιά. Το ότι η δημοσιογραφική του διάνοια είχε καταντήσει προπαγανδιστικό εργαλείο της πιο στενόμυαλης εκδοχής της αμερικανικής Δεξιάς, με κρατούσε σε μια επιφυλακτική απόσταση από το έργο του. Έβλεπα τους παλαβούς του αμερικανικού Νότου (που ο δήθεν φιλελευθερισμός τους δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από το επίπεδο ενός πρωτόγονου αντικρατισμού) να εκθειάζουν το έργο του Μπαστιά, κι έστρεφα ενστικτωδώς το βλέμμα μου αλλού. Κάθε αναφορά στον Μπαστιά θύμιζε πολύ έντονα την ακαμψία του Ρον Πωλ για να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Κι όμως. Η ανόητη αυτή επιφυλακτικότητά μου μού είχε στερήσει την επαφή με έναν εκπληκτικό εκλαϊκευτή της οικονομικής σκέψης της εποχής του κι έναν από τους πιο ευφάνταστους δοκιμιογράφους της φιλελεύθερης παράδοσης.

Ο Γιόζεφ Σουμπέτερ περιέγραψε τον Μπαστιά ως «τον πιο θαυμαστό δημοσιογράφο οικονομικών που έζησε ποτέ». Και το ‘Η σπασμένη τζαμαρία’ που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είναι μάλλον η σημαντικότερη απόδειξη της ευφυΐας του ως εκλαϊκευτή των οικονομικών και προπαγανδιστή (γιατί όχι;) του κλασικού φιλελευθερισμού. Ο πρωτότυπος τίτλος του κειμένου είναι «Τι φαίνεται και δεν φαίνεται», και (αν και άχαρος) αποδίδει επακριβώς το αντικείμενο που διαπραγματεύεται ο συγγραφέας. Σε μια σειρά δώδεκα οικονομικών παραβολών, ο Μπαστιά αποδεικνύει ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σε όσα βλέπουμε, αλλά οφείλει να εξετάζει και αυτά που δεν μπορούμε να δούμε ή δεν μπορούμε να δούμε άμεσα. Πολύ συχνά, πολιτικές πρακτικές που βασίζονται σε μια επιφανειακή ερμηνεία της οικονομικής ζωής μας οδηγούν σε ακούσιες συνέπειες που όχι μόνο αδυνατούμε να τις προβλέψουμε με την πρώτη ματιά, αλλά έρχονται και σε αντίθεση με τις ίδιες τις προθέσεις μας. Ακόμη πιο συχνά δε, το αποτέλεσμα δεν είναι μονάχα η στρέβλωση της αγοράς και η δημιουργία άδικων ανισοτήτων, αλλά και η παρακμή της ελευθερίας μας ως πολίτες και ως οικονομικά όντα. Όπως σημειώνει ο Χάγιεκ, η σημαντικότερη συμβολή του Μπαστιά βρίσκεται στην παρατήρηση ότι «αν κρίνουμε τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής μόνο με βάση τις άμεσες και συγκεκριμένα προβλέψιμες επιπτώσεις τους, όχι μόνο δεν θα επιτύχουμε μια βιώσιμη τάξη, αλλά είναι βέβαιο ότι θα σβήσουμε σταδιακά την ελευθερία και θα αποτρέψουμε έτσι εντέλει περισσότερο καλό από ότι τα μέτρα μας θα παράγουν.»

Στο ‘Η σπασμένη τζαμαρία’, ο Μπαστιά δεν παρουσιάζει προβλέψεις και πολιτικά προγράμματα. Επιτίθεται σε κάθε μορφή κοντόφθαλμου συντηρητισμού της εποχής του. Άλλοτε εξηγώντας εξαντλητικά κάθε πτυχή της επιχειρηματολογίας του, κι άλλοτε καταφεύγοντας στο σαρκασμό και την ειρωνεία που αξίζει στους ισχυρισμούς που αντικρούει, δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις στους αντιπάλους του – κυρίως τους σοσιαλιστές της εποχής του.

Όταν η κυρίαρχη πρακτική είναι ο περιορισμός της αγοράς εργασίας ως μέσο μείωσης της ανεργίας, ο Μπαστιά απαντά με την πρόταση «να κοπούν ή να δεθούν τα δεξιά χέρια» ώστε, με σταθερή τη ζήτηση σε εργατικά χέρια να διπλασιαστεί ο αριθμός των εργαζομένων. Ελπίζει έτσι να φέρει στην επιφάνεια τον παραλογισμό της προσέγγισης. Κοιτώντας γύρω μας, δεν είμαι σίγουρος ότι η προσπάθειά του είχε μεγάλη επιτυχία.

Όταν οι συντηρητικοί φοβούνται τις επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης, απαντά:
«Κατάρα στις μηχανές! Χρόνο με το χρόνο η ισχύς τους μεγαλώνει κι εκατομμύρια εργάτες οδηγούνται στην εξαθλίωση, χάνοντας τη δουλειά τους, με την δουλειά τον μισθό, με τον μισθό το ψωμί! Κατάρα στις μηχανές!» Αυτή είναι η κραυγή που υψώνει η λαϊκή προκατάληψη και που αντίλαλός της φτάνει μέχρι τις στήλες των εφημερίδων. Αλλά με το να καταριόμαστε τις μηχανές, καταριόμαστε το ανθρώπινο πνεύμα! Και μόνο το ότι είναι δυνατό να υπάρχει άνθρωπος στον οποίο η θεωρία αυτή δεν προκαλεί ενόχληση είναι κάτι που μου προξενεί βαθύτατο εκνευρισμό.»

Για τους μεσάζοντες και τους εμπόρους, που οι σοσιαλιστές θεωρούσαν πάντα ως την πηγή κάθε κακού, ο Μπαστιά γράφει (σε μια παράγραφο που θα έπρεπε να διαβάζουμε και να ξαναδιαβάζουμε ακόμη και σήμερα):
«Το χαράτσι που ο λαός πληρώνει στο εμπόριο είναι αυτό που βλέπουμε. Το χαράτσι που θα πλήρωνε ο λαός στο κράτος και στους υπαλλήλους του, στο σοσιαλιστικό σύστημα, είναι αυτό που δεν βλέπουμε. […] Σε τι συνίσταται λοιπόν το αποκαλούμενο χαράτσι που πληρώνει ο λαός στο εμπόριο; Στο εξής: στο ότι δύο άνθρωποι, απολύτως ελεύθερα, εξυπηρετούν ο ένας τον άλλο, υπό την πίεση του ανταγωνισμού και σε μια τιμή που έχει προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης.»

Σήμερα πια, ούτε οι σοσιαλιστές, ούτε οι συντηρητικοί, δεν φοβούνται τις μηχανές και τους εμπόρους. Έχουμε όλοι πια αποδεχτεί την αξία της αγοράς στην οργάνωση της οικονομικής μας ζωής κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του Μπαστιά δεν έχει άμεσο πολιτικό ενδιαφέρον. Εκεί όμως που το κείμενο γίνεται τραγικά επίκαιρο είναι στις αναφορές του στους δημόσιους υπαλλήλους. Και δείχνει όχι μόνο την οξυδέρκεια του Μπαστιά, αλλά και την αδυναμία της κοινωνίας μας να αποφύγει την παρακμή του κρατισμού. Διαβάζοντας το παρακάτω απόσπασμα, δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι η ηλικία του ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα. Ο Μπαστιά θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται στην Ελλάδα (και την Ευρώπη) της εποχής μας:
«Όταν ένας δημόσιος υπάλληλος ξοδεύει για δικό του όφελος εκατό τάληρα επιπλέον, τούτο σημαίνει πως ένας φορολογούμενος ξοδεύει για δικό του όφελος εκατό τάληρα λιγότερα. Όμως τη δαπάνη του δημοσίου υπαλλήλου τη βλέπουμε, μιας και πραγματοποιείται. Τη δαπάνη του φορολογούμενου δεν τη βλέπουμε, γιατί – ω, ναι! – αυτή εμποδίζεται να πραγματοποιηθεί.» […]«Την ώρα που η υπέρμετρη ανάπτυξη των δημόσιων υπηρεσιών τείνει, λόγω της εξασθένησης των δυνάμεων που προκαλεί, στη δημιουργία ενός καταστροφικού παρασιτισμού μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, είναι αρκετά παράδοξο το ότι σήμερα τόσες σχολές οικονομικής σκέψης αποδίδουν τον χαρακτηρισμό αυτό στις ελεύθερες και ιδιωτικές υπηρεσίες και αποζητούν τη μετατροπή των επαγγελμάτων αυτών σε δημόσια λειτουργήματα.»

Για τον Μπαστιά, η κοινωνία δεν μπορεί να είναι εργαστήριο πολιτικής μηχανικής. Αν και δεν το διατυπώνει με αυτούς τους όρους, ο κλασικός φιλελευθερισμός του τοποθετεί την ελεύθερη συναλλαγή ως το θεμέλιο της οικονομικής μας ζωής. «Η κοινωνία είναι το σύνολο των υπηρεσιών που οι άνθρωποι προσφέρουν ο ένας στον άλλο είτε από εξαναγκασμό είτε σε οικειοθελή βάση, δηλαδή είναι το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών και των ιδιωτικών υπηρεσιών.» Αν και μπορεί κανείς να έχει αρκετές ενστάσεις με τη διατύπωση αυτή του Μπαστιά, δεν μπορεί να αποφύγει το σημαντικότερο ίσως πολιτικό ερώτημα της εποχής μας: ποιες είναι αυτές οι υπηρεσίες που πρέπει να προσφέρουμε ο ένας στον άλλο από εξαναγκασμό και ποιες μπορούν να αφεθούν στον οικειοθελή μηχανισμό της ανταλλαγής. Ποιος θα το περίμενε ότι, μπαίνοντας για τα καλά πλέον στον εικοστό πρώτο αιώνα, δεν θα είχαμε ακόμη καταφέρει να κατανοήσουμε τη σύνδεση της «υπέρμετρης ανάπτυξης των δημόσιων υπηρεσιών» από τη μία μεριά, με τη «δημιουργία ενός καταστροφικού παρασιτισμού» από την άλλη.

Ο Φρεντερίκ Μπαστιά γράφει σε μια εποχή που η χρήση της αναλογίας, της παραβολής και της μεταφοράς ήταν αποδεκτά εργαλεία σκέψης και διαλόγου. Η εξέλιξη των μαθηματικών μας έχει όντως επιτρέψει τις τελευταίες δεκαετίες να μελετήσουμε την περιπλοκότητα της ανθρώπινης κοινωνικής δράσης και να προσθέσουμε βάθος σε θεωρίες και υποθέσεις που παλαιότερα δεν θα μπορούσαμε καν να είχαμε διατυπώσει. Είχε ωστόσο και το ατυχές αποτέλεσμα να χαθεί η απλή γλώσσα στην επικοινωνία ανάμεσα στους μελετητές της οικονομικής επιστήμης και το μη εξειδικευμένο κοινό. Το να γράψει κάποιος οικονομολόγος σήμερα με την απλότητα του Μπαστιά θα ήταν σχεδόν αδιανόητο. (Είναι μάλλον τραγικά παράδοξο το πώς μια γλώσσα κατασκευασμένη για να προσφέρει καθαρότητα και ακρίβεια, έχει καταλήξει εργαλείο συσκότισης και ακαδημαϊμού.)

Με την απώλεια όμως της καθαρότητας στη γλώσσα, χάνουμε δυστυχώς και την καθαρότητα στη σκέψη. Κι έτσι, στο χώρο του δημόσιου διαλόγου, καταφέρνουν και επικρατούν μονάχα οι ακαδημαϊκές Κασσάνδρες, σε ένα άτυπο διαγωνισμό για την πιο ζοφερή πρόβλεψη και την πιο ματαιόδοξη τηλεοπτική εμφάνιση.