Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Χίτσενς – Πριν το τέλος

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Πριν το Τέλος', του Christopher Hitchens, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal

“Oh, but you who philosophize disgrace and criticize all fears
Bury the rag deep in your face
For now's the time for your tears”
από το τραγούδι The Lonesome Death of Hattie Carroll του Bob Dylan

Σε ένα κείμενό του στο μηνιαίο περιοδικό The Atlantic[1], έγραφε για τον αγαπημένο του συγγραφέα, τον Τζωρτζ Όργουελ ότι ακόμη και καθώς πέθαινε συνέχιζε να παλεύει με την τελευταία του βιβλιοκριτική. Η ζωή του ελεύθερου βιβλιοκριτικού δεν του επέτρεπε να σταματήσει ούτε στιγμή. Η περίπτωση του ίδιου του Χίτσενς είναι λιγάκι διαφορετική. Τις τελευταίες δεκαετίες, και μετά από μια σειρά εμπορικές επιτυχίες (όπως το ‘Ο Θεός δεν είναι μεγάλος’ και η αυτοβιογραφία του ‘Hitch-22’), η ζωή του Χίτσενς δεν εξαρτιότανε πια οικονομικά από την αρθρογραφία. Η ζωή του Χίτσενς όμως ήταν το γράψιμο, το δοκίμιο, η δημοσιογραφία. Ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε να ζει, κι ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο που θα μπορούσε να πεθάνει.


Η πρώτη αίσθηση του Τέλους

Δεν ξέρω αν είναι πικρό προνόμιο των άπιστων η συνειδητοποίηση του εύθραυστου την ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι σίγουρα εύκολο να στέκεσαι απέναντι στο θάνατο γνωρίζοντας ότι πρόκειται για το Τέλος. Χωρίς το δεκανίκι της ζωής μετά το θάνατο, χωρίς την ψευδαίσθηση της τελικής λύτρωσης. «Το γεγονός είναι», έγραφε πριν από λίγα μόλις χρόνια στην αυτοβιογραφία του[2], «ότι όλες οι προσπάθειες να φανταστεί κανείς την εξαφάνισή του είναι εξ ορισμού μάταιες». Αργότερα ωστόσο, όχι μόνο θα αναγκαστεί να φανταστεί την εξαφάνισή του, αλλά και θα καταγράψει σε μηνιαίες δόσεις την πορεία του προς το τέλος.

Τα επτά δοκίμια που σχηματίζουν τον βασικό κορμό του ‘Πριν το Τέλος’ αποτελούν (ελαφρώς επεξεργασμένες) αναδημοσιεύσεις αυτής ακριβώς της πορείας και εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Vanity Fair τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Το ‘Πριν το Τέλος’ είναι ένα ταξιδιωτικό δοκίμιο στο χώρο της φθοράς και του θανάτου. Ένας διαλογισμός για το τέλος της ζωής, αλλά και για τη σχέση του κόσμου της αρρώστιας με τον κόσμο των ζωντανών. Ο Χίτσενς, με την τολμηρή ματιά του – κατ’ επάγγελμα – αντιρρησία, μας ξεναγεί στις τελευταίες στιγμές πριν από την απόλυτη παρακμή του ανθρώπινου σώματος. «Σηκώστε τα φορέματά σας κυρίες μου, μπαίνουμε στην κόλαση .»[3]

Η Ογκούπολη

Η διαδρομή ξεκινά με την αίσθηση ότι το τέλος πλησιάζει. Το πρώτο δοκίμιο της σειράς βρίσκει τον συγγραφέα στις πύλες της χώρας του καρκίνου, της Ογκούπολης όπως γράφει κι ίδιος. («Η νέα χώρα σε καλωσορίζει με τον τρόπο της.») Αν και η αίσθηση της φθοράς έχει αρχίσει να κυριεύει το σώμα του, ο Χίτσενς παραμένει ο ίδιος σαρκαστικός εαυτός του:
Στην ηλίθια ερώτηση «Γιατί εγώ;» ο Κόσμος ούτε που μπαίνει στον κόπο να δώσει την απάντηση: «Και γιατί όχι;».
Αυτό που τον κατατρέχει είναι το παράπονο ότι δεν θα καταφέρει να διαβάσει, ή και να γράψει, «τις νεκρολογίες υπερήλικων καθαρμάτων όπως ο Χένρι Κίσινγκερ και ο Τζόσεφ Ράτζινγκερ». Το ίδιο παράπονο έχουμε κι εμείς, το αφοσιωμένο κοινό του. Που οι εχθροί του θα καταφέρουν να έχουν την τελευταία λέξη, κάτι το οποίο, όσο ζούσε, δεν επέτρεψε ποτέ και πουθενά σε κανέναν τους. Για παράδειγμα, την επόμενη κιόλας μέρα του θανάτου του φονταμενταλιστή τηλ-ευαγγελιστή Τζέρι Φάλγουελ, ο Χίτσενς δήλωνε στο CNN ότι λυπάται πραγματικά που δυστυχώς δεν υπάρχει Κόλαση για να τον υποδεχτεί.

(Πιθανά, τα πιο σημαντικά βιβλία του Χίτσενς δεν είναι και τα πιο πολεμικά του. Η απολαυστικότατη βιογραφία του Τόμας Τζέφερσον, η βιβλιοβιογραφία του φυλλαδίου ‘Τα δικαιώματα του ανθρώπου’ του Τόμας Πέιν και το ‘Γράμματα σε ένα νέο αντιρρησία’ είναι απίθανο να χαθούν από τις βιβλιοθήκες μας για αρκετές δεκαετίες ακόμη. Είναι αδύνατο να μην κρυφογελάμε όμως και με τις ανυποχώρητες επιθέσεις του στον Κλίντον, τον Κίσιγκερ και την υποκρισία της λατρείας της Μητέρας Τερέζας.)

Πριν το Τέλος

Μπαίνοντας για τα καλά στον πρώτο κύκλο της Ογκούπολης, στη δεύτερη ανταπόκριση της σειράς, ο Χίτσενς έρχεται πια πιο κοντά στην εικόνα της τελευταίας στιγμής. Κι αν ο καρκίνος επεκταθεί στον εγκέφαλο του και σαν «θολωμένος ηλίθιος» αρχίσει να ουρλιάζει ζητώντας την ευλογία κάποιου παπά; Αυτό το πλάσμα δεν θα είναι πια ο ίδιος ο Χίτσενς. «Να το θυμάστε αυτό», γράφει, «σε περίπτωση που ξεφυτρώσουν μεταθανάτιες φήμες ή μυθεύματα.» Όταν πέθανε ο Τσαρλς Ντάργουιν, η γνωστή τότε ευαγγελίστρια λαίδη Χόουπ, ισχυρίστηκε ότι ο συγγραφέας της Καταγωγής των Ειδών της εκμυστηρεύτηκε ότι μετάνιωσε για τα όσα έγραψε περί της θεωρίας της εξέλιξης και της ζήτησε να συγκεντρώσει το ποίμνιό της για να τους μιλήσει για τον Ιησού Χριστό και τη σωτηρία του. Αν και η ιστορία διαψεύστηκε από τα παιδιά του Ντάργουιν και όλους όσους βρισκότανε κοντά του τις τελευταίες του ώρες, αυτό δεν σταμάτησε τους φονταμενταλιστές χριστιανούς να τη χρησιμοποιούν ακόμη και στις μέρες μας στα κηρύγματά τους κατά της επιστήμης. Ο Χίτσενς δεν ήθελε να τους επιτρέψει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της προσήλωσης του στη μάχη του ενάντια στην Πίστη. Όταν ισχυριζόταν ότι η θρησκεία δηλητηριάζει τα πάντα, δεν ήθελε να υποψιαστεί κανείς ότι ο θάνατός του θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση.

Το τρίτο και το τέταρτο επεισόδιο είναι αφιερωμένα στους κατοίκους της Ογκούπολης, τη σχέση τους με τον κόσμο των υγειών ανθρώπων, την αλαζονική ανοησία της προσευχής και το μαρτύριο του πόνου. Η πορεία της υγείας του έχει πια επιδεινωθεί αρκετά και ο σαρκαστικός Χίτσενς στέκεται λιγάκι αμήχανος απέναντι στην αρρώστια που κυριεύει το σώμα του: «Δεν είναι διόλου διασκεδαστικό να συνειδητοποιείς πλήρως την αρχή της υλιστικής αρχής: δεν έχω σώμα, είμαι σώμα.» Στον πέμπτο κι έκτο κύκλο, ο Χίτσενς βλέπει το τέλος να πλησιάζει. Κι όταν πια αρχίζει να χάνεται η φωνή του αισθάνεται, για πρώτη φορά ίσως μέσα στο όλο κείμενο, τη σκληρότητα της φθοράς:
Και τι ελπίζω; Αν όχι θεραπεία, τουλάχιστον μια ύφεση. Και τι θέλω πίσω; Την πανέμορφη συνύπαρξη δύο λέξεων, από τις πιο απλές της γλώσσας μας: ελευθερία λόγου. 
Κι ο πόνος; Όσο πιο βαθειά εισέρχεται κανείς στον κόσμο της Ογκούπολης, τόσο πιο μεγάλος ο πόνος, τόσο πιο μικρές οι αντοχές του σώματος: «Το ότι δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί από μνήμης ο πόνος είναι μάλλον λυτρωτικό.»

Μετά το Τέλος

Στο τελευταίο μέρος του ‘Πριν το Τέλος’ ο αρχισυντάκτης του στο Vanity Fair και η σύζυγός του Κάρολ Μπλου ανθολογούν κάποιες από τις τελευταίες του σημειώσεις. Εδώ πλέον πλησιάζουμε στο φινάλε του ταξιδιού, αλλά δυστυχώς ο Χίτσενς δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την τελευταία του ανταπόκριση. Το μόνο που απέμεινε είναι η πικρόχολη γεύση του τέλους: «Αν προσηλυτιζόμουν, θα ήταν επειδή είναι προτιμότερο να πεθαίνει ένας πιστός απ’ ό,τι ένας άθεος.» Είναι ευτυχές που δεν υπάρχει η Κόλαση.

Ο Κρίστοφερ Χίτσενς πέθανε το Δεκέμβριο του 2011. Η εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Σχινά καταφέρνει να διασώσει τις τελευταίες του σκέψεις στο ακέραιο. Οι έννοιες είναι εδώ, οι σκέψεις και οι προβληματισμοί του, το ειρωνικό του χιούμορ. Το ‘Πριν το Τέλος’, παρά το ελαφρώς μακάβριο και μελαγχολικό του χρώμα, είναι σίγουρα μια αριστουργηματική περιήγηση στην έννοια της θνητότητας. Και το γεγονός ότι πρωτοδημοσιεύτηκε σε ένα περιοδικό (το Vanity Fair) ταυτισμένο με την ελαφρότητα και την ποπ κουλτούρα, αυτό δεν της στερεί ούτε και στο ελάχιστο το βάθος. Κι όμως, ο ήχος, ή μάλλον η αίσθηση του ήχου της γλώσσας του, ήταν καταδικασμένη να χαθεί κάπου στη μετάφραση. Για όσους είχαμε εθιστεί τις τελευταίες δεκαετίες στη βροντερή φωνή του Κρίστοφερ Χίτσενς, η ελληνική γλώσσα φαίνεται να μην είναι αρκετή.


[1] Christopher Hitchens, The Permanent Adolescent, The Atlantic, Μάιος 2003
[2] Christopher Hitchens, Hitch-22 (κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον ίδιο τίτλο από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)
[3] Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς, από την εισαγωγή στο Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ