Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Η Εταιρεία: ο σημαντικότερος θεσμός στον κόσμο

Leave a Comment

Σχόλιο για το βιβλίο ‘Η εταιρεία’, των Τζον Μικλεθουέιτ, Αντριάν Γούλντριτζ. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 25, Νοέμβριος 2012)

Ο Τόπος

Σκούρα κοστούμια, γκρίζα πουκάμισα, μονόχρωμες γραβάτες, μικρή βαλίτσα (που μπορεί να περάσει με ταχύτητα τον έλεγχο αποσκευών, αλλά και να χωράει αλλαξιές τριών ημερών τουλάχιστο). Με το iPod να τους προστατεύει από την ανεξέλεγκτα ακαθόριστη φωνή του Κόσμου, έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο φορητό τους υπολογιστή. Ο δικός τους κόσμος είναι ο κόσμος της αλληλογραφίας που πρέπει να απαντηθεί πριν από την επόμενη πτήση, της παρουσίασης που θα έπρεπε να είναι ήδη έτοιμη, της συμφωνίας που δεν λέει να κλείσει, της ανάλυσης που πρέπει να μεταφραστεί σε κάποια παράξενη γλώσσα.

Μπορώ να τους ξεχωρίσω από μακριά. Είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Έχω περάσει ατέλειωτες ώρες μαζί τους, σε αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, σε εστιατόρια ξενοδοχείων, ή στις διάφορες αίθουσες συνεδριάσεων, όπου έχουμε την τάση να περνάμε τις περισσότερες ώρες της ημέρας μας. Η ζωή του συμβούλου επιχειρήσεων είναι καταδικασμένη να κινείται σε ένα γεωγραφικό limbo, ανάμεσα και πέρα από γεωγραφικά σύνορα. Κινείται σε έναν τόπο που εξελίσσεται μάλλον αυτόνομα από τον υπόλοιπο πλανήτη και, πολύ συχνά, έξω από τον έλεγχό του. Έναν τόπο που, αν και δημιούργημα πολιτικών διεργασιών, βρίσκεται σήμερα στη θέση όχι μόνο να αποφεύγει τα όρια της πολιτικής, αλλά ενίοτε και να τα καθορίζει.

Η Ιστορία

Ένας τόπος αποκτά συνείδηση, όταν αποκτά συνείδηση της ιστορίας του. Όταν ξεπερνά τη ναΐφ μυθολογία του και στέκεται απέναντι στο παρελθόν με την απόσταση που του επιτρέπει ο χρόνος και η νηφάλια αξιολόγηση. ‘Η Εταιρεία’ των Μικλεθουέιτ & Γούλντριτζ (διευθυντής και αρχισυντάκτης, αντίστοιχα, του περιοδικού Economist) επιχειρεί ακριβώς αυτό. Την καταγραφή της ιστορίας «μιας ιδέας που άλλαξε τον κόσμο». Ο παχύσαρκος καπιταλιστής με το πούρο και το ημίψηλο, μπορεί να είναι χρήσιμος ως καρικατούρα στα χέρια του γελοιογράφου του The New Yorker, αλλά πάσχει από το ίδιο μειονέκτημα που πάσχουν όλες οι απλουστεύσεις: ούτε υπάρχει, αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ. Ο πραγματικός καπιταλιστής είναι ένας από εμάς. Άλλοτε ρομαντικός επιχειρηματίας που θέλει να αλλάξει τον κόσμο με την μοναδική του ιδέα. Άλλοτε κοινότυπος και βαρετός διεκπεραιωτής. Άλλοτε πιο σκληρός κι από τους χειρότερους εφιάλτες μας.

Όποια κι αν είναι όμως η εντύπωση (δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη) που έχουμε για τους πρωταγωνιστές αυτής της περίπλοκης υπόθεσης, η ιστορία της Εταιρείας είναι η ιστορία του κόσμου μας. Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, με την εξάπλωση του καπιταλισμού σε ολόκληρο τον πλανήτη και την δίχως προηγούμενο ανάπτυξη της Δύσης, ξεκινά με το Βρετανικό νόμο περί ανωνύμων εταιρειών του 1862:
Σύμφωνα με την πρόβλεψη του Χέγκελ, θεμέλιο της νεότερης κοινωνίας θα ήταν το κράτος - για τον Μαρξ, η κολεκτίβα - για τον Λένιν και τον Χίτλερ, το πολιτικό κόμμα. Στους προνεωτερικούς χρόνους, ολόκληρη ακολουθία από αγίους και σοφούς είχαν ισχυριστεί το ίδιο για την ενοριακή εκκλησία, το φεουδαλικό τιμάριο, τη μοναρχία. Ο μεγαλόστομος ισχυρισμός του μικρού αυτού βιβλίου είναι πως τελικά όλοι τους έσφαλαν. Ο σημαντικότερος θεσμός στον κόσμο είναι η εταιρεία: σ’ αυτόν βασίστηκε η ευημερία της Δύσης, αυτός συνιστά την πιο αξιόπιστη ελπίδα για το μέλλον της λοιπής υφηλίου. 

Η Αρχή

Η Εταιρεία δεν ήταν ωστόσο προϊόν της αγοράς, ή κάποιας τεχνολογικής καινοτομίας. Ήταν ένας θεσμός που κατασκευάστηκε για να αυξήσει την αποδοτικότητα του εθνικού κράτους. Ως το μακρύ χέρι του μονάρχη, σχεδιάστηκε για να αυξήσει την αποτελεσματικότητα ιμπεριαλιστικών μηχανισμών που φιλοδοξούσαν, και το πέτυχαν, να ικανοποιήσουν την απληστία της Ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Η Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, «διέθετε δικό της στρατό, εξουσίαζε ένα τεράστιο τμήμα της υφηλίου,» και «δημιούργησε μια από τις πλέον εκτενείς δημόσιες υπηρεσίες σε παγκόσμιο επίπεδο». Βασανιστήρια, υποδούλωση πληθυσμών, εμφύλιοι πόλεμοι – η σύγχρονη ιστορία της Εταιρείας ξεκινά με την επιβολή μονοπωλίων και αποκλειστικών περιοχών εκμετάλλευσης.

Δεν είναι παράξενο λοιπόν που οι πιο σφοδροί αντίπαλοι αυτής της νέας ιδέας ήταν οι υπέρμαχοι του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η Εταιρεία δεν ήταν ένας ακόμη συντελεστής στο παιχνίδι της ελεύθερης αγοράς, αλλά (στην καλύτερη περίπτωση) μια συγκεκαλυμμένη κολεκτίβα, ή (στη χειρότερη περίπτωση) επαχθής μετάλλαξη του μερκαντιλισμού.
Ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790), ο οποίος ανέπτυξε μια εμμονή με τα αίσχη της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών στη Βεγγάλη, διαμαρτυρόταν για δύο βασικά πράγματα. Πρώτον, κατέκρινε το ότι οι προνομιούχες εταιρείες κατείχαν μονοπώλια (μολονότι αυτές, ήδη όταν έγραφε τις απόψεις του, διαλύονταν από τον ανταγωνισμό, είτε τον θεσμοθετημένο επισήμως είτε τον άτυπο). Για τον Σμιθ, οι προνομιούχες εταιρείες ήταν «επαχθείς ή άχρηστες» και «διαστρέβλωναν ή παρεμπόδιζαν» το εμπόριο. Δεύτερον, θεωρούσε ότι οι μετοχικές εταιρείες ήταν εκ φύσεως λιγότερο αποτελεσματικές από τους μεμονωμένους εμπόρους.

Η εξέλιξη όμως της Εταιρείας αποδείχτηκε πολύ πιο συναρπαστική και απρόβλεπτη. Περνώντας από τα χέρια του μονάρχη, στα χέρια των μεγάλων μονοπωλίων, και (ξανά) στα χέρια του κράτους, η Εταιρεία κατέληξε σήμερα στην εποχή των διοικητικών στελεχών και της χρηματιστηριακής αγοράς. Και παρά το μύθο της Εταιρείας που διαρκώς διογκώνεται μέχρι να ελέγξει τα πάντα, του μονοπωλίου που καταπίνει τον ανταγωνισμό και του καπιταλισμού που οδηγεί στον ολοκληρωτισμό και την εξαθλίωση, η πραγματικότητα είναι μάλλον αρκετά διαφορετική. Ο ιμπεριαλισμός δεν ήταν το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, αλλά η παιδική του αρρώστια. (Η αξία της U.S. Steel ήταν κάποτε «ίση με τα 2/3 του συνολικού χρήματος (κέρματα και χαρτονομίσματα) που βρισκόταν σε κυκλοφορία στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών» και η παραγωγή της αντιστοιχούσε στα «2/3 της συνολικής αμερικανικής παραγωγής χάλυβα». Όχι μόνο δεν υπάρχουν πια τόσο τεράστιες εταιρείες, αλλά και δυσκολεύομαι να φανταστώ πως θα μπορούσαν να υπάρξουν.)

Η συνέχεια

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η εξέλιξη του θεσμού της Εταιρείας είναι ταυτόσημη με κάποιον παράξενο αυτοματισμό προόδου. Η συζήτηση και η πολιτική διαμάχη γύρω από το ρόλο της Εταιρείας στην ζωή μας παραμένει θερμή όσο ποτέ. (Ο Τσόμσκι πιστεύει ότι οι Εταιρείες αποτελούν ακόμη το χειρότερο εχθρό της δημοκρατίας. Ο Χάγιεκ φοβάται ότι ο πολίτης που περνά τη ζωή του εργαζόμενος για μια μεγάλη Εταιρεία, κινδυνεύει να καταλήξει να σκέπτεται μονάχα ως όργανό της.)  Αν και η δύναμή της να μεταλλάσσεται και να επιβιώνει είναι πια δύσκολο να αμφισβητηθεί, δεν είμαστε όλοι έτοιμοι να την αποδεχτούμε ως «την πιο αξιόπιστη ελπίδα για το μέλλον».

Οι Μικλεθουέιτ & Γούλντριτζ στον επίλογο της εξαιρετικής τους εργασίας, περιγράφουν τρεις πιθανές προοπτικές για το θεσμό της Εταιρείας. Η πρώτη, «θεωρεί ότι μια χούφτα από εταιρικά μεγαθήρια επιδιώκουν ‘να κατακτήσουν τον κόσμο εν κρυπτώ και παραβύστω’» – η θεωρία της μεγάλης καπιταλιστικής συνομωσίας. Η δεύτερη, βλέπει «ότι οι εταιρίες οδηγούνται σε μια σταδιακή απίσχνανση». Η τρίτη, που είναι πιθανότατα και η πιο ελκυστική, θέλει την εταιρεία να «έχει πλέον πάψει να είναι το βασικό δομικό στοιχείο της σύγχρονης οικονομίας. Τη θέση της θα πάρει το ‘δίκτυο’.»

Όποιο κι αν είναι το μέλλον της, η εταιρεία είναι ο τόπος μας. Μπορεί κανείς να ανατριχιάζει από την αγριότητα της προϊστορίας της, ή και να ενθουσιάζεται από το δυναμισμό της εξέλιξής της. Είναι όμως πρακτικά αδύνατο να περάσει κανείς τη ζωή του χωρίς να συνδέσει κάποια πτυχή της με τον τόπο της Εταιρείας. Αν δεν καταφέρνουν οι Μικλεθουέιτ & Γούλντριτζ να μας πείσουν ότι η Εταιρεία αποτελεί το μέλλον μας, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο να αμφισβητηθεί ότι αποτελεί το παρελθόν μας. Από τους ακτιβιστές κατά της παγκοσμιοποίησης, μέχρι και τους συμβούλους επιχειρήσεων με τα σκούρα κοστούμια, η Εταιρεία είναι το αναπόφευκτο σημείο επαφής.