Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Η επόμενη μέρα

Leave a Comment
Δεν είναι παράξενο που στις σκοτεινές ημέρες της σύγχρονης Ελλάδας κυριαρχούν οι καιροσκόποι και οι μετριότητες. Όσο πιο θολό το τοπίο, τόσο μεγαλύτερη η τάση των νηφάλιων φωνών να επιστρέψουν στο μικρόκοσμό τους, να ιδιωτεύσουν, να αναζητήσουν διεξόδους πέρα και έξω από το θόρυβο της ανοησίας. Το τραγικό είναι ότι πρωταγωνιστές παραμένουν τότε αυτοί που φωνάζουν περισσότερο, χειρονομούν πιο θεατρικά, σπρώχνουν.

Πώς οδηγήθηκα σε αυτές τις απαισιόδοξες σκέψεις; Αφορμή υπήρξε η παρακάτω δήλωση του κ. Χρυσοχοΐδη στην εκπομπή Ανατροπή του Γ. Πρετεντέρη:
«Βεβαίως ανήκει στο ΠΑΟΚ ο κ. Φωτόπουλος και είναι τιμή μας που ανήκει στο ΠΑΣΟΚ. […] Εγώ νομίζω ότι κατ’ αρχήν θα πρέπει να σταματήσουμε να δαιμονοποιούμε το συνδικαλισμό. Τελευταία υπάρχει μια επίθεση στο συνδικαλισμό κι αυτό είναι λάθος. Ο κ. Φωτόπουλος είναι, κατά τη γνώμη μου, από αυτούς που κοσμούν τη συνδικαλιστική παρουσία στη χώρα. Είναι ένας αγωνιστής για τους συναδέλφους του, για τα συμφέροντα των συναδέλφων του, ως συνδικαλιστής. Και είναι ένας αγωνιστής στη ζωή ο κ. Φωτόπουλος κι εγώ πρέπει να το πω δημόσια.»
Για όσους δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο κ. Φωτόπουλος, πρόκειται για τον ακέλα των συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ. Μιας εταιρίας που, καταστρέφοντας ότι έχει βρεθεί μπροστά της, παραμένει (όταν παραμένει) κερδοφόρα, με επιβαλλόμενες αυξήσεις – με τη σφραγίδα του υπουργείου – σε ένα μονοπωλιακό και ανελαστικό προϊόν. Εκπρόσωπος των εργαζόμενων αυτής της εταιρίας λοιπόν, ο κ. Φωτόπουλος είναι η προσωποποίηση σχεδόν κάθε αρνητικού στερεότυπου που χαρακτηρίζει την πολιτική ζωή της χώρας. (Αν έχετε γερό στομάχι, μπορείτε να παρακολουθήσετε τη διαδικτυακή σάγκα του κ. Φωτόπουλου στο youtube, σε διάφορες εκφάνσεις της συνδικαλιστικής του οργής: Σε ένα από τα διαθέσιμα επεισόδια απειλεί οδυρόμενος το διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρίας. Σε άλλο απαγορεύει στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας να φύγουν από τα γραφεία τους. Σε άλλο απευθύνεται στην τότε υπουργό περιβάλλοντος κ. Μπιρμπίλη με τόνο χειρότερο από εκπαιδευτή των Ειδικών Δυνάμεων σε νεοσύλλεκτο. Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα φανταστείτε.)

Το ζήτημα βέβαια δεν είναι ο κ. Φωτόπουλος. Το ζήτημα είναι γιατί ένας υπουργός μιας υποτίθεται μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης καταφεύγει στην κολακεία ενός εκπροσώπου του αγροίκου, πεζοδρομιακού, χυδαίου συνδικαλισμού. Και η απάντηση μάλλον είναι μία: φόβος. Πολιτικός φόβος.



Μια από τις μεγαλύτερες πληγές της μεταπολίτευσης υπήρξε, και είναι ακόμη, ο παρασιτικός συνδικαλισμός. Οργανώσεις που μόνο στόχο έχουν να προστατέψουν, με κάθε τρόπο και μέσο, τα προνόμια των μελών τους, όσο εξωφρενικά κι αν είναι αυτά ή άδικα ή σε βάρος των υπολοίπων πολιτών. Κι όταν γράφω ‘με κάθε τρόπο και μέσο’, το εννοώ: επιστρατεύουν το ψέμα, τη δημαγωγία, τη συναλλαγή με πολιτικά κόμματα και πολιτευτές, τις λεκτικές απειλές, την ψυχολογική και σωματική βία. Ό,τι χρειαστεί για να μείνει άθικτο, ή και να επεκταθεί αν είναι δυνατό, το ειδικό καθεστώς ασυλίας και θράσους που έχουν επιβάλει, ή τους έχει χαριστεί. Ο παρασιτικός συνδικαλισμός, θεωρώντας ότι βρίσκεται πάνω από το νόμο, βρίσκεται εκ των πραγμάτων εκτός νόμου. Οι ρίζες του όμως βρίσκονται πολύ βαθειά στους διαδρόμους της εξουσίας και δύσκολα θα ξεφύγουμε ως κοινωνία από τις καταστρεπτικές του διαθέσεις.

Τη βδομάδα που πέρασε, η κυβέρνηση ψήφισε, στα πλαίσια του Μεσοπρόθεσμου σχεδίου, και την μερική αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ. Δεδομένης ωστόσο της αδυναμίας των στελεχών της να σταθούν απέναντι στον κ. Φωτόπουλο και τους συμμάχους του, αναρωτιέμαι αν θα καταφέρει τελικά να εφαρμόσει το νόμο που η ίδια ψήφισε. Μια οικονομία όμως που έχει γονατίσει από την κακοδιαχείριση και την υπερρύθμιση δεκαετιών, δεν έχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στον κ. Φωτόπουλο να καθορίζει την οικονομική της πολιτική. Η κυβέρνηση έχει μέχρι σήμερα επιλέξει μια επέκταση της στρατηγικής της ‘ήπιας προσαρμογής’ όσο αφορά τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και τις αποκρατικοποιήσεις: παρά τις όποιες εξαγγελίες, καμία αποκρατικοποίηση δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί κι έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος που δύσκολα μπορεί να καλυφθεί.

Σήμερα πια, κι έχοντας και την υποστήριξη της μεγάλους μέρους της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση έχει μοναδική ευκαιρία να προχωρήσει στις απαραίτητες αποκρατικοποιήσεις. Αν αποτύχει και τούτη τη φορά να συγκρουστεί με τον παρασιτικό συνδικαλισμό και κάνει πίσω, η ευθύνη θα ανήκει πλέον αποκλειστικά στον ίδιο τον πρωθυπουργό και τα στελέχη του. Το δυστυχές είναι ότι τις συνέπειες μιας τέτοιας αποτυχίας θα τις μοιραστούμε όλοι μαζί.