Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η κακή εστίαση του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Leave a Comment


Σχόλιο για το βιβλίο ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 23, Σεπτέμβριος 2012)
Grace: What's the matter? You look strange.
Mel: I'm out of focus. 


From the movie ‘Deconstructing Harry’ by Woody Allen

Η φιλελεύθερη βιβλιοθήκη στη γλώσσα μας είναι τόσο περιορισμένη που θα έπρεπε κανείς να είναι ευγνώμων για κάθε νέο βιβλίο που κυκλοφορεί και τολμά να φέρει στον τίτλο του κάποιο παράγωγο της λέξης ‘Φιλελευθερισμός’. (Ακολουθώντας μάλλον και τη γενικότερη απήχηση των φιλελεύθερων ιδεών στη χώρα μας, η βιβλιοπαραγωγή στο χώρο είναι κι αυτή εγκλωβισμένη σε μοναχικές προσπάθειες μερικών διανοούμενων.) Όταν λοιπόν έχουμε ένα τέτοιο βιβλίο στα χέρια μας, η όποια αστοχία του συγγραφέα έχει πολύ μικρότερη σημασία μπροστά στο ευχάριστο φαινόμενο της μιας ακόμη φωνής στη συζήτηση, των μερικών ακόμη σελίδων πολιτικού φετίχ.

Το «Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ έχει τον προφανή στόχο να εισάγει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο ένα νέο πολιτικό ρεύμα (αυτό του κοινωνικού φιλελευθερισμού), και να σχεδιάσει ίσως και μια συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Διαβάζοντας ωστόσο το βιβλίο, δεν είμαι βέβαιος ότι ξεκαθαρίζεται επαρκώς η ιδεολογική εικόνα της εγχώριας κεντροδεξιάς. Αυτό που, αναπάντεχα, όντως απαντιέται είναι το πώς αντιλαμβάνεται ένας μετριοπαθής συντηρητικός πολιτικός τις ιδέες της φιλελεύθερης παράδοσης: τα τέσσαρα πρώτα κεφάλαια αποτελούν μια εξιστόρηση, από την φιλοσοφική οπτική του συγγραφέα, της εξέλιξης των φιλελεύθερων ιδεών. Κι είναι μονάχα στο πέμπτο, και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου συναντάμε ένα σκίτσο της έννοιας ‘κοινωνικός φιλελευθερισμός’.

Το ότι ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός παραμένει έννοια περισσότερο ευέλικτη από ότι μπορεί να ανεχθεί η πολιτική σαφήνεια, δεν είναι πιθανά ευθύνη του συγγραφέα. (Αν βέβαια ο όρος Κοινωνικός Φιλελευθερισμός επιχειρεί να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο Social Liberalism, που εκπροσωπείται από την Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά και ταυτίζεται σχεδόν με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, τότε τα προβλήματα του κειμένου ξεπερνούν το θεωρητικό επίπεδο. Η ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας, αντί να αποκτήσει συνεκτική μορφή, γίνεται ακόμη πιο ασαφής.) Μετά από δεκαετίες περιπλάνησης στο θολό τοπίο του ‘μεσαίου χώρου’, δεν επαρκεί ένας νέος πολιτικός όρος για να αποκτήσει μια πολιτική παράταξη πολιτική κατεύθυνση και φιλοσοφικό βάθος. Άλλωστε, είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα δύσκολο να περιγράψεις μια έννοια. Πόσο μάλλον όταν η έννοια αυτή είναι παντελώς κενή περιεχομένου.

Το πολιτικό «μείγμα» του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Από τον πρόλογο ήδη αρχίζει να γίνεται φανερή η δυσκολία του συγγραφέα. Τον πρόλογο υπογράφει ο ίδιος ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντώνης Σαμαράς, δίνοντας τον τόνο και του υπόλοιπου κειμένου: «Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι ένα σύστημα ιδεών, το οποίο στηρίζεται στις εξής αξίες: ελευθερία, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, πατρίδα, δημοκρατία, ασφάλεια, δημιουργικότητα.» Ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός (όπως τον ορίζει ο κ. Σαμαράς πάντα) μοιράζεται δηλαδή τις αξίες του με όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Αδυνατώ να φανταστώ κάποιο πολιτικό φορέα, σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης τουλάχιστο, που θα δήλωνε ότι είναι ενάντια σε κάποια από αυτές τις «αξίες». Αν όμως ένα «σύστημα ιδεών» ορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα, είναι καταδικασμένο να μην περιλαμβάνει τίποτα.

Ο Martin Amis, σε μια από τις πιο κομψές περιγραφές της λογοτεχνίας, ισχυρίζεται ότι το γράψιμο – σε όλες τις μορφές του - είναι μια «εκστρατεία κατά των κλισέ». Στην πολιτική  λογοτεχνία, όπου ο πειρασμός της υπεραπλούστευσης είναι από τη φύση του είδους αναπόφευκτος, θα έπρεπε να είμαστε ακόμη πιο αυστηροί. Κι η δυσκολία να καλυφθεί το κριτήριο της αποφυγής των κλισέ, δεν περιορίζεται δυστυχώς στον πρόλογο. Το ίδιο το κείμενο ξεκινάει ως εξής:
«Ο φιλελευθερισμός στην βαθύτερη ουσία του είναι σκέψη χωρίς δόγμα. Είναι ένας τρόπος ζωής.»

Σε έναν πολιτισμό που έχει συνηθίζει να ερμηνεύει τις ιδεολογίες συναισθηματικά, δεν είναι παράλογο να ελπίζουμε ότι θα πάψουμε κάποτε να καταφεύγουμε σε ενστικτώδεις ερμηνείες των πολιτικών ιδεών. Τα ιδεολογικά ρεύματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολιτικές παραδόσεις που συνδέονται στο χρόνο από ένα σύνολο (συνεκτικών στην καλύτερη περίπτωση, αντικρουόμενων συχνότερα από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε) φιλοσοφικών αρχών και ιδεών. Ο φιλελευθερισμός είναι «σκέψη χωρίς δόγμα», όσο ο σοσιαλισμός είναι «αλληλεγγύη», ή ο κομουνισμός είναι «αγάπη». Είναι πολύ βαρετή η ιδέα ότι μια ολόκληρη παράδοση μπορεί να μετατραπεί στην ευκολία του «τρόπος ζωής».

Ναι μεν, αλλά...

Πολύ φοβάμαι ότι και το υπόλοιπο κείμενο συνεχίζει στην ίδια γραμμή σκέψης. Διαβάζουμε παρακάτω ότι ο φιλελευθερισμός βασίζεται στην αρχή της μεσότητας:
«[...] οι απώτερες καταβολές της φιλελεύθερης προβληματικής στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία μπορούν πράγματι να ανιχνευτούν στην πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης, εισάγοντας την έννοια της μεσότητας ως ηθικής κατηγορίας που κινείται ανάμεσα στην έλλειψη και στην υπερβολή και η οποία στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται ως η ηθική αρετή της δικαιοσύνης, δηλαδή της δίκαιης κατανομής της πολιτικής εξουσίας και των κοινωνικών αγαθών, είναι εκείνος που έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις γι’ αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα από τα συστατικά στοιχεία της νεότερης και σύγχρονης φιλελεύθερης προβληματικής: Την απόρριψη δηλαδή των κάθε μορφής ακροτήτων και την υιοθέτηση του μέτρου ως γνώμονα για την αντιμετώπιση των κάθε είδους πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων.»

Κάποιες φορές ίσως, σε κάποιες χώρες του κόσμου, η φιλελεύθερη επιλογή θα μπορούσε να συμβαδίσει με τη μεσότητα. Δυστυχώς, όχι πολύ συχνά. Είναι όμως λάθος να ταυτίσουμε τη «φιλελεύθερη προβληματική» με το υποθετικό πολιτικό κέντρο. Είναι προφανές ότι στο σημερινό Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, τη Βόρεια Κορέα, ο φιλελευθερισμός αποτελεί ριζοσπαστική και ακραία επιλογή. Ποια είναι η οδός της μεσότητας ανάμεσα σε δύο, ή περισσότερες, βαρβαρότητες; Δεν είναι νομίζω παράλογος ο ισχυρισμός ότι αν οι πολιτικές μας επιλογές διαμορφώνονται ως στατιστικά μεγέθη, τότε αναγκαστικά καθορίζονται από την ισχύ των άκρων. Ο Αριστοτέλης, όπως τον ερμηνεύει ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, είχε άδικο. Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να στραφούμε σε άλλες χώρες, ή άλλες ιστορικές περιόδους, για να εντοπίσουμε κάποιο αντιπαράδειγμα στον ισχυρισμό της μεσότητας. Στη χώρα μας, εδώ και αρκετές δεκαετίες, η κυρίαρχη ιδεολογία υπήρξε αυτή του κρατισμού, καθώς και της αντιπάθειας για την ελεύθερη αγορά και την κάθε είδους επιχειρηματικότητα. Όπως κι αν ερμηνεύσει κανείς την έννοια της μεσότητας, δύσκολα θα ξεφύγει από το φάσμα του κρατισμού. Όταν, για παράδειγμα, η επιλογή είναι ο σεβασμός, ή όχι, της ελευθερίας της έκφρασης, ή της διαφορετικότητας, ή του διαχωρισμού εκκλησίας και πολιτείας, η αρχή της μεσότητας δεν είναι πολύ χρήσιμη ως πολιτικό εργαλείο. Ούτε μπορεί προφανώς να καθοδηγήσει τη φιλελεύθερη επιλογή.

Think locally, act locally

Σημειώνω την παρακάτω φράση γιατί επιβεβαιώνει τις ανησυχίες μου περί της εφαρμογής της αρχής της μεσότητας στα όρια των τοπικών μας στρεβλώσεων:
«Στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να απαντήσουν ιδεολογικές συνταγές, που επιχειρούν την εφαρμογή προτύπων που λειτουργούν σε διαφορετικά κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς, όσο κι αν αυτές γίνεται προσπάθεια να εμφανιστούν ως πανάκεια ή μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας»

Γνωστή και ως υπόθεση του Dahrendorf, η ιδέα της τοπικής προσαρμογής ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να υπάρξουν πολιτικές, οπότε και πολιτικές θεωρίες, που μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε μέρος της γης. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν η «παραδοσιακή» οικονομική επιστήμη, θα πρέπει να αναζητούμε πολιτικές και θεωρίες που λειτουργούν στα δικά μας «κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς». Να αγνοήσουμε δηλαδή τις αρχές και τις επιλογές της φιλελεύθερης παράδοσης, και να κατασκευάσουμε κάτι που θα ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του τοπικού μας πολιτισμού. Να είμαστε δηλαδή έτοιμοι να συμβιβαστούμε με κάθε τοπική στρέβλωση για να μην θεωρηθεί ότι ακολουθούμε ξενόφερτες «μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας». Έτσι κάπως ορίζει ο Μίλαν Κούντερα τον επαρχιωτισμό: «Σαν ανικανότητα (ή άρνηση) να αντιμετωπίσει κανείς την κουλτούρα του στο μεγάλο πλαίσιο.»

Σε κάποιο βαθμό, σίγουρα μπορούν να υπάρξουν προσαρμογές των πολιτικών θεωριών σε τοπικό επίπεδο. Η μορφή και ο ρυθμός των όποιων μεταρρυθμίσεων δεν μπορούν να αγνοούν τις κυρίαρχες πολιτικές τάσεις. Κι είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουν κανενός είδους «λύσεις σωτηρίας» - όχι φιλελεύθερες πάντως. Αν όμως αφαιρέσουμε από το φιλελευθερισμό καθετί που δεν χωρά στο τοπικό μας «πλαίσιο αναφοράς», τι απομένει; Τίποτα περισσότερο, φοβάμαι, από την αδυναμία των συντηρητικών πολιτικών να συγκρούονται με το παρελθόν, με τις οργανωμένες μειοψηφίες, με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι πολιτικές τάσεις σε έναν τόπο δεν είναι ποτέ στάσιμες. Αυτό που πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε αυτονόητο και αυταπόδειχτο, σήμερα είναι παράξενο και ξεπερασμένο. Αυτό που θεωρούσαμε ως το απόλυτο ταμπού, σήμερα συζητιέται ως ρεαλιστική επιλογή. Είναι στη φύση του συντηρητικού πολιτικού να προσαρμόζεται στα «πλαίσια αναφοράς» της εποχής και να είναι επιφυλακτικός σε κάθε ριζοσπαστική αλλαγή. Αν επιμείνουμε ωστόσο στην αρχή της τοπικής προσαρμογής, επιστρέφουμε στον ίδιο κίνδυνο (που αναφέρουμε και πιο πάνω): Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του. Τόσο το τοπικό «πλαίσιο αναφοράς» καθορίζεται ακριβώς από αυτά τα άκρα και όχι από τις αρχές της όποιας πολιτικής θεωρίας. Έτσι, δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση όταν η κατεύθυνση των συντηρητικών πολιτικών στη χώρα μας εξαρτάται άμεσα από την ισχύ των ιδεών της Αριστεράς.

Τίποτα χειρότερο από το νεοφιλελευθερισμό

Γι αυτό και στο μόνο σημείο που είναι απολύτως ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ είναι η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού:
“[…] η εφαρμογή στην πράξη των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων σε πολλά σημεία της κάθε άλλο παρά επαλήθευσε τις σχεδόν δογματικά αισιόδοξες διαβεβαιώσεις των εισηγητών τους. [...] Αντίθετα, οι παρενέργειες των επιλογών τους υπήρξαν ορατές στο κοινωνικό πεδίο με την αύξηση της εισοδηματικής ανισοκατανομής και την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, που προκάλεσε η δραστική σε πολλές περιπτώσεις περικοπή των δαπανών του κράτους-πρόνοιας.»

Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν βρίσκαμε στο κείμενο και παραδείγματα κάποιων από αυτές τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις που εφαρμόστηκαν στην πράξη με αυτά τα αποτελέσματα. Δεν κατάφερα να τις εντοπίσω. Αυτό που ο προφανώς υποθέτει ο συγγραφέας είναι ότι έχουμε ακούσει αυτές τις κατηγορίες τόσες πια φορές που η όποια συζήτηση είναι περιττή. Ο νεοφιλελευθερισμός αποκτά, ως πολιτική θεωρία, τη δυνατότητα να χωρέσει κάθε πτυχή του φιλελευθερισμού που ακούγεται ξένη ως προς τις τοπικές μας ιδιαιτερότητες ή ξεφεύγει από το υποτιθέμενο «μέτρο» του πολιτικού κέντρου. (Αυτό που μπερδεύει λιγάκι την ιστορία είναι ότι η έννοια νεοφιλελευθερισμός εμφανίστηκε αρχικά ως ταυτόσημη του social liberalism.)

Ο κατάλογος των νεοφιλελεύθερων διανοητών που διαβάζουμε καταφέρνει να χωρέσει όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της φιλελεύθερης παράδοσης του προηγούμενου αιώνα: από τον Mises, τον Hayek και τον Friedman, μέχρι και τους Becker, Posner, Nozick, Coase, καθώς και τους αναρχοφιλελεύθερους Rothbard και David Friedman. Μέχρι και ο Adam Smith εμφανίζεται να είναι υπέρ του laissez faire και κατά της οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης. (Το ότι ο Adam Smith ουδέποτε χρησιμοποίησε αυτή τη φράση, ούτε και ήταν υπέρ της παντελώς αρρύθμιστης αγοράς, δεν έχει πιθανά κάποια σημασία.) Αντί αυτών, ο συγγραφέας μάς εμφανίζει ως φιλελεύθερο διανοητή, με εντυπωσιακή επιμονή, τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Valery Giscard d' Estang...

Ελευθερία ή ...

Εκεί που ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός φαίνεται να συμβαδίζει με αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «παραδοσιακό φιλελευθερισμό» είναι η πίστη στην ελευθερία:
«Άρρηκτα συνυφασμένη προς την πρωταρχική αξία του ανθρώπου είναι για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό η αναγνώριση της θεμελιακής πρωταρχικότητας της ελευθερίας ως έννοιας σύμφυτης με αυτή την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου, ως δυνατότητας ατομικού αυτοκαθορισμού και ως δικαιώματος ανεμπόδιστων προσωπικών επιλογών μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας. [...] Η πίστη στην ελευθερία του ανθρώπου, ως πίστη στη μοναδικότητα, στην ιερότητα και στο ανεπανάληπτο της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτελεί τον φραγμό σε κάθε απόπειρα υπαγωγής του ανθρώπου και της ελευθερίας του σε δήθεν ανώτερους σκοπούς.»

Όντως. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάγεται σε οποιονδήποτε ανώτερο σκοπό. Κι ο συγγραφέας, σίγουρα στην καλύτερη παράγραφο του βιβλίου, δεν επιτρέπει παρερμηνείες ή εξαιρέσεις. Εκτός ίσως από την ιδέα του έθνους – το μόνιμο αστερίσκο της συντηρητικής σκέψης:
«Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει στην ιδέα του έθνους, καθώς αναγνωρίζει και δέχεται ότι το έθνος αποτελεί το φυσικό πλαίσιο της ζωής και δράσης του ανθρώπου και το βασικό πεδίο για την ανάπτυξη και την ανάδειξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του, αφού καταξιώνει ηθικά, πολιτικά και πολιτιστικά τον άνθρωπο. Μακριά από το έθνος το άτομο αποκόπτεται από τις πολιτισμικές του ρίζες και δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του με συνείδηση της ιστορικής του αποστολής.»

Δεν έχουμε πια περιθώρια ψευδαισθήσεων. Αυτό που ονομάζει ο συγγραφέας ‘Κοινωνικό Φιλελευθερισμό’ δεν είναι τίποτα περισσότερο από την τρέχουσα συνέχεια του αμήχανου, αλλά και άκαρπου, φλερτ της κεντροδεξιάς με τις φιλελεύθερες ιδέες. Μια σύγχρονη εκδοχή του (μετριοπαθούς, αν θέλετε) συντηρητισμού, με ελαφρώς αλλαγμένο λεξιλόγιο.

Coda: Νέα Δημοκρατία

Η Νέα Δημοκρατία, από την ίδρυσή της, έχει δείξει μια αδυναμία να σταθεί στο χώρο των πολιτικών ιδεών. Είναι φυσικό τα μεγάλα κόμματα να επιζητούν την πολυσυλλεκτικότητα, να εξελίσσονται πολιτικά και, γιατί όχι, να αλλάζουν κατεύθυνση. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με τέτοια περίπτωση. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να είναι συνεπής στην άρνησή της να τοποθετηθεί ιδεολογικά.

Χωρίς να έχει κάνει δραματικές μετατοπίσεις από την ίδρυσή της, η Νέα Δημοκρατία καταφέρνει να παραμένει μια κακώς εστιασμένη πολιτική φωτογραφία. Ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραμανλής, την τοποθέτησε ιδεολογικά στο χώρο του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού που «ευρίσκεται μεταξύ του παραδοσιακού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού». Μετά τη σύντομη παρένθεση της ηγεσίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, και με πρόεδρο τον Μιλτιάδη Έβερτ, η Νέα Δημοκρατία αυτοορίζεται πλέον αρνητικά στο πολιτικό φάσμα: «Η Ν.Δ. δεν είναι κόμμα ούτε σοσιαλιστικό ούτε νεοφιλελεύθερο». Αργότερα, με πρόεδρο τον Κώστα Καραμανλή, ανακαλύπτει και το μεσαίο χώρο: «Όλοι μαζί εκφράζουμε τη σύγχρονη αντίληψη του κοινωνικού κέντρου.»

Τίποτα φυσικά από όλα αυτά δεν σημαίνει κάτι το συγκεκριμένο και θα ήταν μάλλον άδικο να περιμένουμε κάτι διαφορετικό από τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό.