Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φιλελευθερισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η χαμένη γλώσσα του Μπαστιά

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Η Σπασμένη Τζαμαρία', του Frederic Bastiat, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal

Απέφευγα για χρόνια τα κείμενα του Μπαστιά. Το ότι η δημοσιογραφική του διάνοια είχε καταντήσει προπαγανδιστικό εργαλείο της πιο στενόμυαλης εκδοχής της αμερικανικής Δεξιάς, με κρατούσε σε μια επιφυλακτική απόσταση από το έργο του. Έβλεπα τους παλαβούς του αμερικανικού Νότου (που ο δήθεν φιλελευθερισμός τους δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από το επίπεδο ενός πρωτόγονου αντικρατισμού) να εκθειάζουν το έργο του Μπαστιά, κι έστρεφα ενστικτωδώς το βλέμμα μου αλλού. Κάθε αναφορά στον Μπαστιά θύμιζε πολύ έντονα την ακαμψία του Ρον Πωλ για να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Κι όμως. Η ανόητη αυτή επιφυλακτικότητά μου μού είχε στερήσει την επαφή με έναν εκπληκτικό εκλαϊκευτή της οικονομικής σκέψης της εποχής του κι έναν από τους πιο ευφάνταστους δοκιμιογράφους της φιλελεύθερης παράδοσης.
Read More...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Λίνκολν – ο πρώτος πρόεδρος του Αμερικανικού κράτους

Leave a Comment
Σχόλιο για την ταινία ‘Lincoln’, του Steven Spielberg. (Δημοσιεύτηκε, σε λιγάκι αλλαγμένη μορφή, στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 28, Φεβρουάριος 2012)


Η εικόνα ανοίγει με μια ατσούμπαλη μάχη σώμα με σώμα μέσα στα λασπόνερα. Σχεδόν αμέσως όμως, ο Σπίλμπεργκ γυρίζει την κάμερα στον Λίνκολν. Ο πρόεδρος της Ένωσης κάθεται κάτω από ένα αυτοσχέδιο υπόστεγο, ενώ τρεις νεαροί στρατιώτες μέσα στις λάσπες (ο ένας από αυτούς μαύρος) του υπενθυμίζουν τα λόγια του στο Γκέτυσμπουργκ. Τα έχουν αποστηθίσει σαν προσευχή, ή σωστότερα, σαν στρατιωτικό εμβατήριο.

Μετά τη μάχη του Γκέτυσμπουργκ, σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές ομιλίες τις αμερικανικής ιστορίας (και τις πιο σύντομες - μόνο με 271 λέξεις), ο Λίνκολν σχεδιάζει το ρεπουμπλικανικό όραμα του σύγχρονου Αμερικανικού κράτους (σε μετάφραση Π. Φ. Κωνσταντινίδη):
Ο κόσμος θα ασχοληθεί λίγο και δεν θα θυμάται για πολύ τα όσα πούμε εδώ, αλλά ποτέ δεν μπορεί να λησμονήσει τι έπραξαν εδώ. Εναπόκειται σε εμάς τους ζωντανούς, όμως, να αφιερωθούμε στο έργο που έχουν φέρει, με τόση αριστεία, εις ατελές πέρας, μέχρι σήμερα, αυτοί που έπεσαν εδώ. Εναπόκειται σε εμάς, όμως, να αφιερωθούμε, εδώ, στο μεγάλο καθήκον που στέκει ενώπιον μας - να εντείνουμε την αφοσίωση μας στον αγώνα για τον οποίο έδωσαν το τελευταίο μέτρο αφοσίωσης αυτοί οι τιμημένοι νεκροί, να διακηρύξουμε ξεκάθαρα εδώ ότι οι νεκροί αυτοί δεν πέθαναν μάταια, ότι αυτό το έθνος, υπό την σκέπη του Θεού, θα βιώσει μια αναγέννηση της ελευθερίας, και ότι η διακυβέρνηση του λαού, από τον λαό, για τον λαό δεν θα εκλείψει από την γη.
Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ο Λίνκολν δεν μπορεί πια να κάνει πίσω. Η πορεία της Ένωσης είναι συνδεδεμένη πλέον με το ζήτημα της απελευθέρωσης των σκλάβων.
Read More...

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Ποιος φοβάται το Μίλτον Φρίντμαν;

1 comment
Το κείμενο της σύντομης παρέμβασής μου (στο Institute of Diplomacy & Global Affairs) με θέμα το Milton Friedman, βασισμένο σε παλαιότερο κείμενο που είχα γράψει για το the books' journal.  

Αν πιστέψει κανείς τη Ναόμι Κλάιν και τους οπαδούς της, πίσω από κάθε καταστροφή της σύγχρονης ιστορίας του πλανήτη βρίσκεται η διαβρωτική επιρροή των ιδεών του Μίλτον Φρίντμαν: δικτατορίες, πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, τρομοκρατικές ενέργειες, καταπιεστικές κυβερνήσεις, αιματηρές εξεγέρσεις. Καθετί σκοτεινό και βάρβαρο επιστρατεύει το σατανικό γκουρού του νεοφιλελευθερισμού με απώτερο στόχο την απόλυτη κυριαρχία των αγορών και την καταστροφή κάθε κοινωνικής δομής.
Read More...

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Η Βίβλος του Άθεου

9 comments

Σχόλιο για το βιβλίο ‘Η Βίβλος του Άθεου’, του Christopher Hitchens. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 26, Δεκέμβριος 2012)

Η θρησκευτική πίστη ακροβατεί μεταξύ της αδυναμίας του φόβου για το άγνωστο και της αλαζονικής βεβαιότητας για τη μία και μοναδική αλήθεια. Χρειάζονται μεγάλα αποθέματα θράσους για να διακηρύσσει κανείς την «ταπεινότητά» του, ενώ ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι γνωρίζει τα πάντα για τη δημιουργία του κόσμου, το παρελθόν και το μέλλον του. Πολύ επιτυχημένα ομολογουμένως, καταφέρνει να συνδυάσει την Αγάπη με τις πιο αποτρόπαιες βιαιότητες και το Λόγο με την παραίτηση από κάθε ίχνος ορθολογισμού και νηφάλιας αναζήτησης. «Απαιτεί το μέγιστο της δουλικότητας και της ταπείνωσης, ζητώντας σου να πιστεύεις ότι συνελήφθης και εγενήθης εν αμαρτία και να υπακούεις έναν αυστηρό δημιουργό. Αλλά, σε ανταπόδοση, σε θέτει στο κέντρο του σύμπαντος και σε διαβεβαιώνει ότι είσαι το προσωπικό αντικείμενο ενός θείου σχεδίου.» 
Read More...

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Φιλελεύθερες αρχές για την Ελλάδα της Ευρώπης

Leave a Comment
Άρθρο μου μαζί με τους φίλους Φώτη Περλικό και Δημήτρη Σκάλκο στο διαδικτυακό τόπο propolitix. 

Την περίοδο της Μεταπολίτευσης η Ελλάδα βίωσε μια πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική ευημερία και συμμετείχε ενεργά στη ζωή της διεθνούς κοινότητας. Την ίδια στιγμή όμως, αδιαφόρησε για τη βαθμιαία καταστροφή της παραγωγικής βάσης, για την αποδιάρθρωση της κοινωνικής συνοχής, τη συνεχή υποβάθμιση του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος, την ισονομία και την ποιότητα της λειτουργίας του πολιτεύματος, την ανεργία και την προβληματική κοινωνική κινητικότητα, τις ελάχιστες ευκαιρίες για τους νέους μας, τη διαφθορά που εκμαύλισε συνειδήσεις και γιγάντωσε το δημόσιο χρέος.

Read More...

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Prosperity Vs. Economic Freedom

Leave a Comment
Στο παρακάτω γράφημα, αντιπαραθέτω το δείκτη Ευημερίας με το δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας.
Index2
Είναι αλήθεια ότι οι στατιστικοί συσχετισμοί δεν επαρκούν ως εργαλεία για να μας οδηγήσουν σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Μπορούν όμως συχνά να βοηθήσουν τη σχετική θεωρητική συζήτηση και να κατευθύνουν το χώρο της έρευνάς μας. 
ΠΗΓΕΣ:
Read More...

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η κακή εστίαση του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Leave a Comment


Σχόλιο για το βιβλίο ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 23, Σεπτέμβριος 2012)
Grace: What's the matter? You look strange.
Mel: I'm out of focus. 


From the movie ‘Deconstructing Harry’ by Woody Allen

Η φιλελεύθερη βιβλιοθήκη στη γλώσσα μας είναι τόσο περιορισμένη που θα έπρεπε κανείς να είναι ευγνώμων για κάθε νέο βιβλίο που κυκλοφορεί και τολμά να φέρει στον τίτλο του κάποιο παράγωγο της λέξης ‘Φιλελευθερισμός’. (Ακολουθώντας μάλλον και τη γενικότερη απήχηση των φιλελεύθερων ιδεών στη χώρα μας, η βιβλιοπαραγωγή στο χώρο είναι κι αυτή εγκλωβισμένη σε μοναχικές προσπάθειες μερικών διανοούμενων.) Όταν λοιπόν έχουμε ένα τέτοιο βιβλίο στα χέρια μας, η όποια αστοχία του συγγραφέα έχει πολύ μικρότερη σημασία μπροστά στο ευχάριστο φαινόμενο της μιας ακόμη φωνής στη συζήτηση, των μερικών ακόμη σελίδων πολιτικού φετίχ.

Το «Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ έχει τον προφανή στόχο να εισάγει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο ένα νέο πολιτικό ρεύμα (αυτό του κοινωνικού φιλελευθερισμού), και να σχεδιάσει ίσως και μια συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Διαβάζοντας ωστόσο το βιβλίο, δεν είμαι βέβαιος ότι ξεκαθαρίζεται επαρκώς η ιδεολογική εικόνα της εγχώριας κεντροδεξιάς. Αυτό που, αναπάντεχα, όντως απαντιέται είναι το πώς αντιλαμβάνεται ένας μετριοπαθής συντηρητικός πολιτικός τις ιδέες της φιλελεύθερης παράδοσης: τα τέσσαρα πρώτα κεφάλαια αποτελούν μια εξιστόρηση, από την φιλοσοφική οπτική του συγγραφέα, της εξέλιξης των φιλελεύθερων ιδεών. Κι είναι μονάχα στο πέμπτο, και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου συναντάμε ένα σκίτσο της έννοιας ‘κοινωνικός φιλελευθερισμός’.

Το ότι ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός παραμένει έννοια περισσότερο ευέλικτη από ότι μπορεί να ανεχθεί η πολιτική σαφήνεια, δεν είναι πιθανά ευθύνη του συγγραφέα. (Αν βέβαια ο όρος Κοινωνικός Φιλελευθερισμός επιχειρεί να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο Social Liberalism, που εκπροσωπείται από την Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά και ταυτίζεται σχεδόν με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, τότε τα προβλήματα του κειμένου ξεπερνούν το θεωρητικό επίπεδο. Η ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας, αντί να αποκτήσει συνεκτική μορφή, γίνεται ακόμη πιο ασαφής.) Μετά από δεκαετίες περιπλάνησης στο θολό τοπίο του ‘μεσαίου χώρου’, δεν επαρκεί ένας νέος πολιτικός όρος για να αποκτήσει μια πολιτική παράταξη πολιτική κατεύθυνση και φιλοσοφικό βάθος. Άλλωστε, είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα δύσκολο να περιγράψεις μια έννοια. Πόσο μάλλον όταν η έννοια αυτή είναι παντελώς κενή περιεχομένου.

Το πολιτικό «μείγμα» του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Από τον πρόλογο ήδη αρχίζει να γίνεται φανερή η δυσκολία του συγγραφέα. Τον πρόλογο υπογράφει ο ίδιος ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντώνης Σαμαράς, δίνοντας τον τόνο και του υπόλοιπου κειμένου: «Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι ένα σύστημα ιδεών, το οποίο στηρίζεται στις εξής αξίες: ελευθερία, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, πατρίδα, δημοκρατία, ασφάλεια, δημιουργικότητα.» Ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός (όπως τον ορίζει ο κ. Σαμαράς πάντα) μοιράζεται δηλαδή τις αξίες του με όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Αδυνατώ να φανταστώ κάποιο πολιτικό φορέα, σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης τουλάχιστο, που θα δήλωνε ότι είναι ενάντια σε κάποια από αυτές τις «αξίες». Αν όμως ένα «σύστημα ιδεών» ορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα, είναι καταδικασμένο να μην περιλαμβάνει τίποτα.

Ο Martin Amis, σε μια από τις πιο κομψές περιγραφές της λογοτεχνίας, ισχυρίζεται ότι το γράψιμο – σε όλες τις μορφές του - είναι μια «εκστρατεία κατά των κλισέ». Στην πολιτική  λογοτεχνία, όπου ο πειρασμός της υπεραπλούστευσης είναι από τη φύση του είδους αναπόφευκτος, θα έπρεπε να είμαστε ακόμη πιο αυστηροί. Κι η δυσκολία να καλυφθεί το κριτήριο της αποφυγής των κλισέ, δεν περιορίζεται δυστυχώς στον πρόλογο. Το ίδιο το κείμενο ξεκινάει ως εξής:
«Ο φιλελευθερισμός στην βαθύτερη ουσία του είναι σκέψη χωρίς δόγμα. Είναι ένας τρόπος ζωής.»

Σε έναν πολιτισμό που έχει συνηθίζει να ερμηνεύει τις ιδεολογίες συναισθηματικά, δεν είναι παράλογο να ελπίζουμε ότι θα πάψουμε κάποτε να καταφεύγουμε σε ενστικτώδεις ερμηνείες των πολιτικών ιδεών. Τα ιδεολογικά ρεύματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολιτικές παραδόσεις που συνδέονται στο χρόνο από ένα σύνολο (συνεκτικών στην καλύτερη περίπτωση, αντικρουόμενων συχνότερα από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε) φιλοσοφικών αρχών και ιδεών. Ο φιλελευθερισμός είναι «σκέψη χωρίς δόγμα», όσο ο σοσιαλισμός είναι «αλληλεγγύη», ή ο κομουνισμός είναι «αγάπη». Είναι πολύ βαρετή η ιδέα ότι μια ολόκληρη παράδοση μπορεί να μετατραπεί στην ευκολία του «τρόπος ζωής».

Ναι μεν, αλλά...

Πολύ φοβάμαι ότι και το υπόλοιπο κείμενο συνεχίζει στην ίδια γραμμή σκέψης. Διαβάζουμε παρακάτω ότι ο φιλελευθερισμός βασίζεται στην αρχή της μεσότητας:
«[...] οι απώτερες καταβολές της φιλελεύθερης προβληματικής στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία μπορούν πράγματι να ανιχνευτούν στην πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης, εισάγοντας την έννοια της μεσότητας ως ηθικής κατηγορίας που κινείται ανάμεσα στην έλλειψη και στην υπερβολή και η οποία στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται ως η ηθική αρετή της δικαιοσύνης, δηλαδή της δίκαιης κατανομής της πολιτικής εξουσίας και των κοινωνικών αγαθών, είναι εκείνος που έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις γι’ αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα από τα συστατικά στοιχεία της νεότερης και σύγχρονης φιλελεύθερης προβληματικής: Την απόρριψη δηλαδή των κάθε μορφής ακροτήτων και την υιοθέτηση του μέτρου ως γνώμονα για την αντιμετώπιση των κάθε είδους πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων.»

Κάποιες φορές ίσως, σε κάποιες χώρες του κόσμου, η φιλελεύθερη επιλογή θα μπορούσε να συμβαδίσει με τη μεσότητα. Δυστυχώς, όχι πολύ συχνά. Είναι όμως λάθος να ταυτίσουμε τη «φιλελεύθερη προβληματική» με το υποθετικό πολιτικό κέντρο. Είναι προφανές ότι στο σημερινό Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, τη Βόρεια Κορέα, ο φιλελευθερισμός αποτελεί ριζοσπαστική και ακραία επιλογή. Ποια είναι η οδός της μεσότητας ανάμεσα σε δύο, ή περισσότερες, βαρβαρότητες; Δεν είναι νομίζω παράλογος ο ισχυρισμός ότι αν οι πολιτικές μας επιλογές διαμορφώνονται ως στατιστικά μεγέθη, τότε αναγκαστικά καθορίζονται από την ισχύ των άκρων. Ο Αριστοτέλης, όπως τον ερμηνεύει ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, είχε άδικο. Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να στραφούμε σε άλλες χώρες, ή άλλες ιστορικές περιόδους, για να εντοπίσουμε κάποιο αντιπαράδειγμα στον ισχυρισμό της μεσότητας. Στη χώρα μας, εδώ και αρκετές δεκαετίες, η κυρίαρχη ιδεολογία υπήρξε αυτή του κρατισμού, καθώς και της αντιπάθειας για την ελεύθερη αγορά και την κάθε είδους επιχειρηματικότητα. Όπως κι αν ερμηνεύσει κανείς την έννοια της μεσότητας, δύσκολα θα ξεφύγει από το φάσμα του κρατισμού. Όταν, για παράδειγμα, η επιλογή είναι ο σεβασμός, ή όχι, της ελευθερίας της έκφρασης, ή της διαφορετικότητας, ή του διαχωρισμού εκκλησίας και πολιτείας, η αρχή της μεσότητας δεν είναι πολύ χρήσιμη ως πολιτικό εργαλείο. Ούτε μπορεί προφανώς να καθοδηγήσει τη φιλελεύθερη επιλογή.

Think locally, act locally

Σημειώνω την παρακάτω φράση γιατί επιβεβαιώνει τις ανησυχίες μου περί της εφαρμογής της αρχής της μεσότητας στα όρια των τοπικών μας στρεβλώσεων:
«Στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να απαντήσουν ιδεολογικές συνταγές, που επιχειρούν την εφαρμογή προτύπων που λειτουργούν σε διαφορετικά κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς, όσο κι αν αυτές γίνεται προσπάθεια να εμφανιστούν ως πανάκεια ή μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας»

Γνωστή και ως υπόθεση του Dahrendorf, η ιδέα της τοπικής προσαρμογής ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να υπάρξουν πολιτικές, οπότε και πολιτικές θεωρίες, που μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε μέρος της γης. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν η «παραδοσιακή» οικονομική επιστήμη, θα πρέπει να αναζητούμε πολιτικές και θεωρίες που λειτουργούν στα δικά μας «κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς». Να αγνοήσουμε δηλαδή τις αρχές και τις επιλογές της φιλελεύθερης παράδοσης, και να κατασκευάσουμε κάτι που θα ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του τοπικού μας πολιτισμού. Να είμαστε δηλαδή έτοιμοι να συμβιβαστούμε με κάθε τοπική στρέβλωση για να μην θεωρηθεί ότι ακολουθούμε ξενόφερτες «μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας». Έτσι κάπως ορίζει ο Μίλαν Κούντερα τον επαρχιωτισμό: «Σαν ανικανότητα (ή άρνηση) να αντιμετωπίσει κανείς την κουλτούρα του στο μεγάλο πλαίσιο.»

Σε κάποιο βαθμό, σίγουρα μπορούν να υπάρξουν προσαρμογές των πολιτικών θεωριών σε τοπικό επίπεδο. Η μορφή και ο ρυθμός των όποιων μεταρρυθμίσεων δεν μπορούν να αγνοούν τις κυρίαρχες πολιτικές τάσεις. Κι είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουν κανενός είδους «λύσεις σωτηρίας» - όχι φιλελεύθερες πάντως. Αν όμως αφαιρέσουμε από το φιλελευθερισμό καθετί που δεν χωρά στο τοπικό μας «πλαίσιο αναφοράς», τι απομένει; Τίποτα περισσότερο, φοβάμαι, από την αδυναμία των συντηρητικών πολιτικών να συγκρούονται με το παρελθόν, με τις οργανωμένες μειοψηφίες, με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι πολιτικές τάσεις σε έναν τόπο δεν είναι ποτέ στάσιμες. Αυτό που πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε αυτονόητο και αυταπόδειχτο, σήμερα είναι παράξενο και ξεπερασμένο. Αυτό που θεωρούσαμε ως το απόλυτο ταμπού, σήμερα συζητιέται ως ρεαλιστική επιλογή. Είναι στη φύση του συντηρητικού πολιτικού να προσαρμόζεται στα «πλαίσια αναφοράς» της εποχής και να είναι επιφυλακτικός σε κάθε ριζοσπαστική αλλαγή. Αν επιμείνουμε ωστόσο στην αρχή της τοπικής προσαρμογής, επιστρέφουμε στον ίδιο κίνδυνο (που αναφέρουμε και πιο πάνω): Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του. Τόσο το τοπικό «πλαίσιο αναφοράς» καθορίζεται ακριβώς από αυτά τα άκρα και όχι από τις αρχές της όποιας πολιτικής θεωρίας. Έτσι, δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση όταν η κατεύθυνση των συντηρητικών πολιτικών στη χώρα μας εξαρτάται άμεσα από την ισχύ των ιδεών της Αριστεράς.

Τίποτα χειρότερο από το νεοφιλελευθερισμό

Γι αυτό και στο μόνο σημείο που είναι απολύτως ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ είναι η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού:
“[…] η εφαρμογή στην πράξη των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων σε πολλά σημεία της κάθε άλλο παρά επαλήθευσε τις σχεδόν δογματικά αισιόδοξες διαβεβαιώσεις των εισηγητών τους. [...] Αντίθετα, οι παρενέργειες των επιλογών τους υπήρξαν ορατές στο κοινωνικό πεδίο με την αύξηση της εισοδηματικής ανισοκατανομής και την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, που προκάλεσε η δραστική σε πολλές περιπτώσεις περικοπή των δαπανών του κράτους-πρόνοιας.»

Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν βρίσκαμε στο κείμενο και παραδείγματα κάποιων από αυτές τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις που εφαρμόστηκαν στην πράξη με αυτά τα αποτελέσματα. Δεν κατάφερα να τις εντοπίσω. Αυτό που ο προφανώς υποθέτει ο συγγραφέας είναι ότι έχουμε ακούσει αυτές τις κατηγορίες τόσες πια φορές που η όποια συζήτηση είναι περιττή. Ο νεοφιλελευθερισμός αποκτά, ως πολιτική θεωρία, τη δυνατότητα να χωρέσει κάθε πτυχή του φιλελευθερισμού που ακούγεται ξένη ως προς τις τοπικές μας ιδιαιτερότητες ή ξεφεύγει από το υποτιθέμενο «μέτρο» του πολιτικού κέντρου. (Αυτό που μπερδεύει λιγάκι την ιστορία είναι ότι η έννοια νεοφιλελευθερισμός εμφανίστηκε αρχικά ως ταυτόσημη του social liberalism.)

Ο κατάλογος των νεοφιλελεύθερων διανοητών που διαβάζουμε καταφέρνει να χωρέσει όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της φιλελεύθερης παράδοσης του προηγούμενου αιώνα: από τον Mises, τον Hayek και τον Friedman, μέχρι και τους Becker, Posner, Nozick, Coase, καθώς και τους αναρχοφιλελεύθερους Rothbard και David Friedman. Μέχρι και ο Adam Smith εμφανίζεται να είναι υπέρ του laissez faire και κατά της οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης. (Το ότι ο Adam Smith ουδέποτε χρησιμοποίησε αυτή τη φράση, ούτε και ήταν υπέρ της παντελώς αρρύθμιστης αγοράς, δεν έχει πιθανά κάποια σημασία.) Αντί αυτών, ο συγγραφέας μάς εμφανίζει ως φιλελεύθερο διανοητή, με εντυπωσιακή επιμονή, τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Valery Giscard d' Estang...

Ελευθερία ή ...

Εκεί που ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός φαίνεται να συμβαδίζει με αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «παραδοσιακό φιλελευθερισμό» είναι η πίστη στην ελευθερία:
«Άρρηκτα συνυφασμένη προς την πρωταρχική αξία του ανθρώπου είναι για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό η αναγνώριση της θεμελιακής πρωταρχικότητας της ελευθερίας ως έννοιας σύμφυτης με αυτή την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου, ως δυνατότητας ατομικού αυτοκαθορισμού και ως δικαιώματος ανεμπόδιστων προσωπικών επιλογών μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας. [...] Η πίστη στην ελευθερία του ανθρώπου, ως πίστη στη μοναδικότητα, στην ιερότητα και στο ανεπανάληπτο της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτελεί τον φραγμό σε κάθε απόπειρα υπαγωγής του ανθρώπου και της ελευθερίας του σε δήθεν ανώτερους σκοπούς.»

Όντως. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάγεται σε οποιονδήποτε ανώτερο σκοπό. Κι ο συγγραφέας, σίγουρα στην καλύτερη παράγραφο του βιβλίου, δεν επιτρέπει παρερμηνείες ή εξαιρέσεις. Εκτός ίσως από την ιδέα του έθνους – το μόνιμο αστερίσκο της συντηρητικής σκέψης:
«Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει στην ιδέα του έθνους, καθώς αναγνωρίζει και δέχεται ότι το έθνος αποτελεί το φυσικό πλαίσιο της ζωής και δράσης του ανθρώπου και το βασικό πεδίο για την ανάπτυξη και την ανάδειξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του, αφού καταξιώνει ηθικά, πολιτικά και πολιτιστικά τον άνθρωπο. Μακριά από το έθνος το άτομο αποκόπτεται από τις πολιτισμικές του ρίζες και δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του με συνείδηση της ιστορικής του αποστολής.»

Δεν έχουμε πια περιθώρια ψευδαισθήσεων. Αυτό που ονομάζει ο συγγραφέας ‘Κοινωνικό Φιλελευθερισμό’ δεν είναι τίποτα περισσότερο από την τρέχουσα συνέχεια του αμήχανου, αλλά και άκαρπου, φλερτ της κεντροδεξιάς με τις φιλελεύθερες ιδέες. Μια σύγχρονη εκδοχή του (μετριοπαθούς, αν θέλετε) συντηρητισμού, με ελαφρώς αλλαγμένο λεξιλόγιο.

Coda: Νέα Δημοκρατία

Η Νέα Δημοκρατία, από την ίδρυσή της, έχει δείξει μια αδυναμία να σταθεί στο χώρο των πολιτικών ιδεών. Είναι φυσικό τα μεγάλα κόμματα να επιζητούν την πολυσυλλεκτικότητα, να εξελίσσονται πολιτικά και, γιατί όχι, να αλλάζουν κατεύθυνση. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με τέτοια περίπτωση. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να είναι συνεπής στην άρνησή της να τοποθετηθεί ιδεολογικά.

Χωρίς να έχει κάνει δραματικές μετατοπίσεις από την ίδρυσή της, η Νέα Δημοκρατία καταφέρνει να παραμένει μια κακώς εστιασμένη πολιτική φωτογραφία. Ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραμανλής, την τοποθέτησε ιδεολογικά στο χώρο του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού που «ευρίσκεται μεταξύ του παραδοσιακού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού». Μετά τη σύντομη παρένθεση της ηγεσίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, και με πρόεδρο τον Μιλτιάδη Έβερτ, η Νέα Δημοκρατία αυτοορίζεται πλέον αρνητικά στο πολιτικό φάσμα: «Η Ν.Δ. δεν είναι κόμμα ούτε σοσιαλιστικό ούτε νεοφιλελεύθερο». Αργότερα, με πρόεδρο τον Κώστα Καραμανλή, ανακαλύπτει και το μεσαίο χώρο: «Όλοι μαζί εκφράζουμε τη σύγχρονη αντίληψη του κοινωνικού κέντρου.»

Τίποτα φυσικά από όλα αυτά δεν σημαίνει κάτι το συγκεκριμένο και θα ήταν μάλλον άδικο να περιμένουμε κάτι διαφορετικό από τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό.
Read More...

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Γιατί απέτυχαν οι φιλελεύθεροι; Ένα σχόλιο σε δύο απαντήσεις.

2 comments
Το ερώτημα είναι «γιατί απέτυχαν οι φιλελεύθεροι»; (Το ερώτημα υποθέτω ότι αναφέρεται στις εκλογικές επιδόσεις των φιλελεύθερων κινήσεων που διεκδίκησαν για πρώτη φορά με αξιώσεις, χωρίς επιτυχία ωστόσο, την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο. Και το περιορίζω στην εκλογική αποτυχία, μιας και οι ιδέες μας – που μέχρι πολύ πρόσφατα αποτελούσαν το απόλυτο ταμπού σε όλα τα πεδία – φαίνεται να επιμένουν στον πρωταγωνιστικό τους ρόλο.) Στη σχετική συζήτηση που έχει ανοίξει έχουν ήδη δοθεί δύο απαντήσεις:


Read More...

Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

Περί διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους

Leave a Comment

(Όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Φύλλα Ελευθερίας.)

1802. Ο Thomas Jefferson, πρόεδρος τότε των Η.Π.Α., γράφει σε μια επιστολή του απαντώντας σε ένα αίτημα της Ένωσης Βαπτιστών του Danbury: «Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το Θεό του, ότι δε χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν άλλο για την πίστη ή τη λατρεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο, και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την πράξη ολόκληρου του Αμερικανικού λαού που όρισε ότι οι νομοθέτες του δε θα φτιάξουν κανένα νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας, ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος.»

Η φράση αυτή του Jefferson σηματοδοτεί και τη γέννηση μιας από τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες που κληρονομήσαμε από την Αμερικάνικη Επανάσταση. Ότι δηλαδή, η αρχή της ανεξιθρησκίας δεν είναι επαρκής: η θρησκεία είναι – και οφείλει να είναι - απολύτως σεβαστή ως ιδιωτική υπόθεση των πολιτών, αλλά η δημόσια παρουσία της δεν μπορεί να εμπλέκεται με τη νομοθετική και εκτελεστική δράση της πολιτείας. Πρέπει να υπάρχει ένα «τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος». Ένα «τείχος» όμως ουδέτερο που θα προστατεύει εξίσου και το φιλελεύθερο χαρακτήρα της πολιτείας, αλλά και την ελεύθερη δράση των θρησκειών.


Η αρχή του διαχωρισμού δεν έρχεται να αναιρέσει την ανεξιθρησκία, αλλά να την εμπλουτίσει. Δεν επιτρέπει φυσικά τα έκτροπα των θεοκρατιών και των παρεμβάσεων της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο της πολιτείας, αλλά και δεν επιβάλει με τη βία ένα κοσμικό (Γαλλικού τύπου) ή άθεο (Σταλινικού τύπου) κράτος. Το Σοβιετικό καθεστώς δεν ακολούθησε την επιλογή της ουδετερότητας, αλλά της άμεσης εμπλοκής: συγκρούστηκε με τη θρησκεία και κατήργησε την ανεξιθρησκία. Ο στόχος του δεν ήταν άλλος από την αντικατάσταση των μεταφυσικών δογμάτων των υπαρχουσών θρησκειών με το επιθετικό δόγμα της κομουνιστικής ουτοπίας. Απεναντίας, η φιλελεύθερη παράδοση δεν βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τις θρησκείες. Ούτε και είναι ασύμβατη με την απρόσκοπτη ανάπτυξη και διάδοσή τους.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, το «τείχος του διαχωρισμού» δεν ορίζεται ως περιορισμός της δράσης των θρησκειών από τη μεριά της πολιτείας, αλλά ως περιορισμός του πλαισίου μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί νομοθετικά η ίδια η πολιτεία. Το Lemmon Test (1971), που καθορίζει τα συνταγματικά όρια του νομοθέτη στις ΗΠΑ, είναι μάλλον η πιο ολοκληρωμένη εφαρμογή της αρχής του διαχωρισμού: ένας νόμος, για να είναι συνταγματικός, πρέπει: α) να έχει κοσμικούς σκοπούς, β) να είναι ουδέτερος απέναντι στη θρησκεία, ούτε να την παρεμποδίζει ούτε να την προωθεί, και γ) να μην οδηγεί σε υπερβολική εμπλοκή (excessive entanglement) πολιτείας και θρησκείας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι θρησκείες αποτελούν σημαντικό κομμάτι της παράδοσης μιας κοινωνίας και επηρεάζουν, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, τις κυρίαρχες ηθικές αντιλήψεις. Σε μια φιλελεύθερη κοινωνία, χωρίς κεντρικές δομές να σχεδιάζουν και να κατευθύνουν την εξέλιξή της, η παράδοση αποτελεί το συνεκτικό κρίκο μεταξύ των μελών της, καθώς και το πεδίο εξέλιξης των ενστίκτων, αντιλήψεων και ιδεών τους. Αν και μια ριζοσπαστική ρήξη με την παράδοση μπορεί να γίνει απειλητική για το φιλελεύθερο πολιτισμό, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοήσουμε τις όποιες αρνητικές επιδράσεις ενδέχεται να έχουν αναχρονιστικοί θεσμοί στην ίδια αυτή την εξέλιξή της. Ένας τέτοιος αναχρονιστικός θεσμός είναι και η εμπλοκή κράτους και εκκλησίας. Περιορίζει τις θρησκείες στα ασφυκτικά πλαίσια που καθορίζονται από τις επιλογές της εκάστοτε πλειοψηφίας και, ταυτόχρονα, αντιδρά στην εξέλιξη της κοινωνικής παράδοσης μέσω του ανοιχτού διαλόγου και της αμφισβήτησης. Το κράτος δικαίου, ως δυναμικό φαινόμενο που μεταλλάσσεται και εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, είναι προφανώς ασύμβατο με την δυσκινησία των ειδικών προνομίων σε εκκλησίες και οργανωμένες θρησκείες.

Όπου το κράτος κατέχει το ρόλο του συνέταιρου και προστάτη κάποιας εκκλησίας, το πρώτο θύμα είναι ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Και δεν αναφέρομαι στις χώρες όπου θεοκρατικά καθεστώτα αδιαφορούν πλήρως για κάθε πρόσχημα δημοκρατικότητας. Σε αυτές τις χώρες, η εξέλιξη στο θρησκευτικό φασισμό υπήρξε μάλλον αναπόφευκτη κι η απροκάλυπτη κρατική βία ήταν η άμεση συνέπεια για τους ίδιους τους πολίτες εντός της χώρας, αλλά και εκτός αυτής. Η κρατικά επιχορηγούμενη μαζική τρομοκρατία, η καταπίεση κι ο βιασμός του γυναικείου πληθυσμού, η ανοχή σε βάρβαρα έθιμα και παραδόσεις, η απαγόρευση της in-vitro αναπαραγωγής και των αμβλώσεων, ο περιορισμός των ορίων της επιστημονικής αναζήτησης, είναι φαινόμενα τα οποία συνοδεύουν συχνά τη θεοκρατία στις διάφορες μορφές της. (Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην αδυναμία των φιλελεύθερων δημοκρατιών της Δύσης να συγκρουστούν με αυτά τα καθεστώτα και να υποστηρίξουν σθεναρά τα ατομικά δικαιώματα στις χώρες στις οποίες απειλούνται. Η αδυναμία τους αυτή οφείλεται και στις εγχώριες θρησκευτικές ελίτ που προωθούν ένα είδος πολιτισμικού σχετικισμού - με στόχο φυσικά να προστατέψουν τη δική τους ασυμβατότητα με το σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων.)
Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις χωρών όπου η ανεξιθρησκία γίνεται σεβαστή, η φυσική συνέπεια ειδικών προνομίων σε εκκλησίες οδηγεί αναγκαστικά σε σύγκρουση με την αρχή της ισονομίας και, πολύ συχνά, με την ελευθερία της έκφρασης - το βασικότερο ίσως πυλώνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η ανοιχτή κριτική δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τις οργανωμένες θρησκείες, μιας και ενδέχεται να απειλήσει τις προνομιακές τους θέσεις. Έτσι, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και επιβάλλεται λογοκρισία με τη μορφή απαγόρευσης της βλασφημίας και της προσβολής της θρησκευτικής συνείδησης. Ως φορείς απόλυτης ηθικής, οι θρησκείες αδυνατούν να αποδεχτούν οτιδήποτε βρίσκεται έξω από το μεταφυσικό πλαίσιο των θρησκευτικών τους κανόνων. Ωστόσο, αν και στον ιδιωτικό μας χώρο δικαιούμαστε να είμαστε απόλυτοι στις ηθικές μας επιλογές, ο δημόσιος χώρος οφείλει να είναι ανοιχτός στο διάλογο και τη σύγκρουση αντιλήψεων. Κι ο σεβασμός του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ ηθικών επιλογών, καθώς κι η άρση κάθε σχετικής λογοκρισίας, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για ένα τέτοιο διάλογο. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, ως εξελισσόμενη αίσθηση περί δικαίου, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το σεβασμό της ατομικότητας και της διαφορετικότητας. Η κοινωνία του διαρκούς και ανοιχτού διαλόγου δεν μπορεί να συνυπάρξει με κρατικά επιβαλλόμενα θρησκευτικά μονοπώλια.
Εξίσου βλαπτικά όμως είναι τα ειδικά προνόμια και για τις ίδιες τις εκκλησίες και τον κοινωνικό ρόλο που φιλοδοξούν να εκπληρώσουν. Ο Adam Smith παρουσίασε στον Πλούτο των Εθνών εκτεταμένες αποδείξεις ότι η Εκκλησία της Αγγλίας είχε γίνει απαθής στις ανάγκες του Βρετανικού λαού λόγω της προνομιακής θέσης που της εξασφάλιζε η κυβέρνηση. Κι υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η οκνηρία και η αδιαφορία της εκκλησιαστικής ηγεσίας ήταν να τους αφαιρεθούν τα προνόμια αυτά και να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός με τις άλλες εκκλησίες. Ο οικονομολόγος Gary Becker αναφέρει ότι ο ρόλος της θρησκείας, μετρήσιμος ως τον αριθμό των ανθρώπων που επισκέπτονται τακτικά την εκκλησία και τη δύναμη της πίστης τους, είναι πολύ ισχυρότερος σε χώρες όπου υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές εκκλησίες, παρά σε χώρες με μία μονοπωλιακή εκκλησία. Μπορεί άλλωστε κανείς εύκολα να συγκρίνει τη φθίνουσα πορεία του ρόλου της οργανωμένης θρησκείας στη χώρα μας και την αντίστοιχη επιρροή των εκκλησιών στις ΗΠΑ όπου ο διαχωρισμός απαγορεύει ειδικά προνόμια και μονοπωλιακές καταστάσεις.

Στη χώρα μας, η εμπλοκή εκκλησίας και κράτους εμφανίζει διάφορες μορφές και απλώνεται σε όλα τα επίπεδα του πολιτεύματος. Το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας ξεκινά με την επίκληση της Αγίας Τριάδας, δίνοντας έτσι τον τόνο του όλου κειμένου και προδίδοντας τις καταβολές και τις προθέσεις του νομοθέτη. Η ελευθερία της έκφρασης αναγνωρίζεται μεν αλλά μόνο προσχηματικά, μιας και απαγορεύεται ρητά ο προσηλυτισμός, καθώς και η «προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας». Η ανάπτυξη της «θρησκευτικής συνείδησης» ορίζεται ως ένας από τους βασικούς σκοπούς της παιδείας. Ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια σειρά από μονές και περιοχές που ελέγχονται από θρησκευτικές οργανώσεις εξαιρούνται από τον έλεγχο του κράτους, όπως και από τυχόν απαλλοτριώσεις κοινής ωφέλειας.
Σε οικονομικό επίπεδο, η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και της εκμετάλλευσής της είναι σχεδόν ανύπαρκτη και το κράτος επιβαρύνεται ταυτόχρονα με την μισθοδοσία των ιερέων και των υπαλλήλων της εκκλησίας. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε την αδικία σε βάρος των αλλόθρησκων ή άθρησκων πολιτών, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το μέγεθος αυτού του οικονομικού φορτίου στα δημόσια οικονομικά του κράτους – ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως και αυτή που διανύει σήμερα η χώρα. Η πολιτεία επιβάλει την θρησκευτική κατήχηση των μαθητών ως υποχρεωτικό κομμάτι της βασικής τους εκπαίδευσης, ερμηνεύοντας μάλλον με ακραίο τρόπο τη σχετική διάταξη του Συντάγματος.
Παρά όμως τις διεκδικήσεις των φιλελευθέρων, τις καταδίκες σε διεθνή δικαστήρια και τις παραινέσεις διεθνών οργανισμών, η ελληνική πολιτεία αρνείται να προχωρήσει στο διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας φοβούμενη το πολιτικό κόστος που ενδέχεται να προκαλέσει μια τέτοια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Πολύ συχνά, όσοι προσπαθούν να υπερασπιστούν την προνομιακή θέση της εκκλησίας στη χώρα μας καταφεύγουν στην άσκοπη διαιώνιση μύθων που συνδέουν την ύπαρξη του ελληνικού κράτους με τις θρησκευτικές αντιλήψεις της πλειοψηφίας. Το τραγικό είναι ότι πολλές φορές καταλήγουμε έτσι να υποστηρίζουμε ιστορικές ανακρίβειες και να επιμένουμε σε συμμαχίες (όπως πρόσφατα με μανιακούς δολοφόνους των Βαλκανίων) που θέτουν σε κίνδυνο τον εκσυγχρονισμό και τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας μας. Πολύ συχνά επίσης, όσοι προσπαθούν να ανοίξουν τη σχετική συζήτηση εισπράττουν ως απάντηση προπηλακισμούς κι αστήρικτους λιβέλους. Και με μεγάλη ευκολία κατατάσσονται όλοι οι υποστηρικτές του διαχωρισμού ως ανθέλληνες και άθεοι.

Αυτό που πρέπει σίγουρα να γίνει σαφές είναι ότι ο φιλελευθερισμός δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τις θρησκείες. Αν και ο τελεολογικός χαρακτήρας ορισμένων θρησκειών συγκρούεται με την έννοια της ανοιχτής κοινωνίας, η φιλελεύθερη παράδοση απέχει από οποιαδήποτε κρίση σχετικά με τις μεταφυσικές αντιλήψεις των πολιτών. Όσο οι πράξεις των θρησκευόμενων πολιτών κινούνται μέσα στα πλαίσια του σεβασμού της ελευθερίας του ατόμου και το κράτος δεν εμπλέκεται υποστηρίζοντας, ή διώκοντας, κάποια θρησκεία, η φιλελεύθερη πρακτική είναι αυτή της ουδετερότητας.
Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι διανοητές της φιλελεύθερης παράδοσης κινούνται περισσότερο στα πλαίσια ενός συγκρατημένου αγνωστικισμού, παρά στις δογματικές γραμμές κάποιας θρησκείας. Θα ήταν υποκρισία να αγνοήσουμε και αυτή την παράμετρο. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο όταν οι φιλοσοφικές τους αναζητήσεις κινούνται στο χώρο του ανοιχτού μέλλοντος, της άρνησης του ιστορικισμού, και της εναντίωσης σε οποιαδήποτε μορφή απόλυτης ερμηνείας της ηθικής και του δικαίου. Για το φιλελευθερισμό ωστόσο, το πρωτείο του ατόμου και η ελευθερία της σκέψης υπερτερούν κάθε προσωπικής φιλοσοφικής επιλογής. Οπότε και, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης παράδοσης, δεν είναι νοητή η δίωξη οποιασδήποτε θρησκείας ή η σύγκρουση με τις θρησκευτικές επιλογές των πολιτών.

Η σύγκρουση όμως είναι αναπόφευκτη με οτιδήποτε απειλεί την ανοιχτή κοινωνία και τα ατομικά δικαιώματα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει δυστυχώς η τάση αντιστροφής της πορείας του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους και της (μερικής) επιστροφής στην εποχή των κρατικών θρησκειών και των ειδικών προνομίων. Είτε με τη μορφή απαγόρευσης της βλασφημίας και της δυσφήμησης των θρησκειών, είτε με τη δίωξη της «ρητορικής μίσους», οι οργανωμένες θρησκείες επιδιώκουν να προστατέψουν τα προνόμιά τους και να αποφύγουν τον ανταγωνισμό του ελεύθερου διαλόγου. Στα πλαίσια του ΟΗΕ, με την πρωτοβουλία του Ισλαμικού μπλοκ, προωθείται η απαγόρευση της «δυσφήμησης» των θρησκειών και η προστασία του Ισλάμ από την κριτική που δέχεται τα τελευταία χρόνια λόγω της ανοχής του προς τη μαζική τρομοκρατία και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρωτοβουλία αυτή έχει ως κύριο στόχο να επιβάλει τη σιωπή σε κάθε φωνή που αρνείται την απολυτότητα της θρησκευτικής ηθικής και τη νομιμοποίηση των διώξεων κάθε κριτικής στο εσωτερικό των χωρών που φέρνει σε κίνδυνο το θρησκευτικό μονοπώλιο του Ισλάμ. Οι φιλελεύθεροι πρωτοστατούν διεθνώς στην προσπάθεια αντιμετώπισης αυτών των πρωτοβουλιών, αλλά χωρίς ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες – κυρίως σε χώρες πέρα από το στενό πυρήνα της ΕΕ και των ΗΠΑ – δύσκολα θα καταφέρουν να αποτρέψουν τη νομιμοποίηση της λογοκρισίας.
Στο εσωτερικό της χώρας μας, οι φιλελεύθεροι βρίσκονται δυστυχώς χωρίς συμμάχους στη διεκδίκηση του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Πέρα από μεμονωμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες, με τελευταία αυτή του ΣΥΝ και των ανεξάρτητων βουλευτών Ανδριανόπουλου και Μάνου περί της ρύθμισης των σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας το 2005, κανείς λόγος δεν γίνεται για το χτίσιμο ενός τείχους διαχωρισμού.
Οι επιπτώσεις και η ανάγκη αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης καταδικάζουν στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης κάθε ζήτημα που δεν έχει άμεσα δημοσιονομικό χαρακτήρα. Η εμπλοκή ωστόσο κράτους και εκκλησίας, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, έχει και την οικονομική της πλευρά που ατυχώς δεν συμπεριλήφθηκε στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Μνημονίου. Παρά τις πιθανές αντιδράσεις, οι φιλελεύθερες δυνάμεις της χώρας οφείλουν να επαναφέρουν το ζήτημα στο πολιτικό προσκήνιο και να αναζητήσουν όλες τις δυνατές συμμαχίες για την προώθηση των αναγκαίων σχετικών μεταρρυθμίσεων.

Ο διαχωρισμός εκκλησίας και πολιτείας δεν έχει στόχο την επικράτηση της μιας ή της άλλης άποψης και δε μπορεί κανείς να τον συγχέει με μια επίθεση κατά της εκκλησίας ή της θρησκευτικής πίστης. Έρχεται να εξυπηρετήσει το σεβασμό της ελευθερίας του κάθε πολίτη να αποφασίζει για τον εαυτό του και να τοποθετήσει τη θρησκευτική πίστη στο χώρο που της ανήκει – το χώρο του ιδιωτικού. Έρχεται να απεγκλωβίσει την εκκλησία από τα δεσμά του κράτους και την κοσμική πολιτεία από το χώρο του μεταφυσικού.
Read More...

Η οικογένεια Φρίντμαν

Leave a Comment

(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 21, Ιούλιος 2012)
“The colony was called Libertatia and was placed under Articles drawn up by Captain Mission.”
William Burroughs, Cities of the Red Night
Αν πιστέψει κανείς τη Ναόμι Κλάιν και τους οπαδούς της, πίσω από κάθε καταστροφή της σύγχρονης ιστορίας του πλανήτη βρίσκεται η διαβρωτική επιρροή των ιδεών του Μίλτον Φρίντμαν: δικτατορίες, πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, τρομοκρατικές ενέργειες, καταπιεστικές κυβερνήσεις, αιματηρές εξεγέρσεις. Καθετί σκοτεινό και βάρβαρο συντάσσεται με το σατανικό γκουρού του νεοφιλελευθερισμού με απώτερο στόχο την απόλυτη κυριαρχία των αγορών και την καταστροφή κάθε κοινωνικής δομής. Κάθε πολιτικό κίνημα φαίνεται να έχει ανάγκη μια προσωποποίηση του εχθρού του και το πρόσωπο του Φρίντμαν έχει βρεθεί στο στόχαστρο των περισσότερων αντιδραστικών οργανώσεων της εποχής μας: αντικαπιταλιστές, οργανώσεις κατά της παγκοσμιοποίησης, κομουνιστικά κόμματα, εθνικιστές, συντηρητικοί. Και μάλλον όχι τυχαία. Ο κόσμος που υπερασπίζονται σίγουρα απειλείται από τις ιδέες που για περισσότερο από πενήντα χρόνια εκλαΐκευε και προωθούσε με βιβλία, άρθρα, εκπομπές στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, διαλέξεις σε δεκάδες χώρες.

Ωστόσο, αν και το διασημότερο μέλος της, η συμβολή της οικογένειας Φρίντμαν στο χώρο των ιδεών της ελευθερίας δεν περιορίζεται στο έργο του Μίλτον Φρίντμαν. Και το βέβαιο είναι ότι ο Μίλτον δεν είναι καν ο πιο ριζοσπάστης της οικογένειας. Ας πάρουμε όμως την ιστορία από την αρχή.

Μίλτον Φρίντμαν

Πριν από ακριβώς πενήντα χρόνια, ο Μίλτον Φρίντμαν, ήδη καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, δημοσιεύει σε μορφή βιβλίου (με τη βοήθεια της συζύγου του Ρόουζ) μια σειρά διαλέξεων που, σε διάφορες μορφές, τον είχαν απασχολήσει την προηγούμενη δεκαετία. Το βιβλίο αυτό, με τίτλο ‘Καπιταλισμός κι Ελευθερία’ θα γίνει το πιο δημοφιλές έργο της καριέρας του κι ένα από τα κείμενα της πολιτικής φιλολογίας με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο γύρω μας. Στις διαλέξεις αυτές, ο Φρίντμαν παρουσιάζει το βασικό σκελετό της πολιτικής του θεωρίας, ενώ προτείνει και άμεσα εφαρμόσιμες πολιτικές στις οποίες και θα επιμείνει σε όλη την πορεία του ως διανοούμενος και πολιτικός ακτιβιστής. Όπως γράφει, σε μια από τις πιο παρεξηγημένες φράσεις του έργου του, ένας από τους στόχους του βιβλίου ήταν να κρατήσει κάποιες επιλογές ανοιχτές «μέχρι οι περιστάσεις να οδηγήσουν στην αναγκαιότητα της αλλαγής»:
«Η δύναμη της αδράνειας είναι τεράστια – μια τυραννία του status quo – στις ιδιωτικές και κυρίως στις κυβερνητικές ρυθμίσεις. Μόνο μια κρίση – πραγματική ή θεωρητική – παράγει πραγματική αλλαγή. Όταν συμβεί μια τέτοια κρίση, οι δράσεις που λαμβάνονται εξαρτώνται από τις διαθέσιμες ιδέες. Αυτό, πιστεύω, είναι η βασική μας λειτουργία: να αναπτύσσουμε εναλλακτικές στις υπάρχουσες πολιτικές, να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες μέχρι το πολιτικά αδύνατο να γίνει πολιτικά αναπόφευκτο.»
Ακολουθώντας τη φιλελεύθερη παράδοση, ο Μίλτον Φρίντμαν ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική ελευθερία δίχως οικονομική ελευθερία. Παρά τα όσα γράφονται εναντίον του, είναι ξεκάθαρος: αν και η οικονομική ελευθερία είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας, δεν είναι αρκετή. Το κράτος είναι απαραίτητος μηχανισμός για την προστασία της ελευθερίας των πολιτών από εσωτερικές, ή εξωτερικές, απειλές. Τα σχολεία πρέπει να πάψουν να είναι κρατικά κατευθυνόμενα – διατηρώντας το δημόσιο χαρακτήρα της, η φιλελεύθερη πολιτεία χρηματοδοτεί την ίδια την παιδεία (κουπόνια εκπαίδευσης) και όχι τη σχολική γραφειοκρατία. Η θεσμοθέτηση ενός διχτύου ασφαλείας (μέσω της πολιτικής του αρνητικού φόρου εισοδήματος) εξασφαλίζει ότι κανείς πολίτης δεν θα βρεθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Η αποποινικοποίηση της πορνείας και των ναρκωτικών οδηγούν στη μείωση των σχετικών κοινωνικών επιπτώσεων, αυξάνοντας ταυτόχρονα την ατομική ελευθερία των πολιτών. Το σύστημα υποχρεωτικής στράτευσης είναι ασύμβατο με μια ελεύθερη κοινωνία και πρέπει να αντικατασταθεί με εθελοντικό επαγγελματικό στρατό.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, είναι αλήθεια ότι υπήρξαν διάφοροι συντηρητικοί ηγέτες που ζήτησαν τη συμβουλή του ή θέλησαν να χρησιμοποιήσουν τη φήμη του ως αντίβαρο της ψυχροπολεμικής ‘σοσιαλιστικής απειλής’. Ελάχιστοι φυσικά τόλμησαν να εφαρμόσουν τις πολιτικές του προτάσεις. Με την εξαίρεση ίσως του Νίξον που κατήργησε την υποχρεωτική στράτευση στις ΗΠΑ, και των Ρέιγκαν/Θάτσερ που οι οικονομικές τους πολιτικές είχαν σαφώς άρωμα νεοφιλελευθερισμού – χωρίς όμως να είναι αρκετά πιστές στο όραμα του Φρίντμαν για να χαρακτηριστούν ως τέτοιες. Το στρατηγικό του λάθος ήταν πιθανά ότι συστρατεύτηκε με ένα πολιτικό χώρο που δεν είχε τη δυνατότητα να ξεφύγει από τις συντηρητικές του καταβολές και να υποστηρίξει το φιλελεύθερο όραμά του πέρα από το χώρο της καθαρά οικονομικής δραστηριότητας.

Νταίηβιντ Φρίντμαν 

Ο Μίλτον Φρίντμαν πίστευε ότι η κρατική παρέμβαση είναι αναποτελεσματική, οδηγεί σε στρεβλώσεις και πρέπει να καταργηθεί σε αρκετές πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής. Ο γιος του, Νταίηβιντ Φρίντμαν, προχωρά ένα βήμα πιο κάτω: η κρατική παρέμβαση είναι αναποτελεσματική και πρέπει να καταργηθεί σε κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής. Το 1973, εννιά μόλις χρόνια μετά την κυκλοφορία του ‘Καπιταλισμός κι Ελευθερία’, ο Νταίηβιντ δημοσιεύει τη ‘Μηχανική της Ελευθερίας’.

Επηρεασμένος σαφώς από το έργο του πατέρα του, ο Νταίηβιντ Φρίντμαν θεμελιώνει την αναρχοκαπιταλιστική ουτοπία με όρους πολιτικής αποτελεσματικότητας. Η κατάργηση του κράτους δεν είναι ηθική επιλογή, ούτε αναγκαία συνέπεια των φυσικών δικαιωμάτων των πολιτών (όπως ισχυριζότανε μέχρι τότε διάφοροι αναρχικοί διανοητές). Πολύ απλά, το κράτος είναι ασύμφορο. Δεν υπάρχει καμία ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να εξελιχθεί αποτελεσματικότερα μέσω της κρατικής παρέμβασης από ότι θα μπορούσε αν οι πολίτες ήταν ελεύθεροι να ακολουθήσουν τις ατομικές τους επιλογές. Εκεί που ο πατέρας Μίλτον ήθελε τον περιορισμό της κρατικής παρεμβατικότητας, ο Νταίηβιντ οραματίζεται την πλήρη (αν και σταδιακή) εξαφάνισή της. Εφαρμοσμένη επιστημονική φαντασία από τη μία μεριά, σκληρή κριτική του κρατισμού από την άλλη, η ‘Μηχανική της Ελευθερίας’ περιγράφει το δρόμο προς μια ελευθεριακή ουτοπία, ένα ριζοσπαστικό καπιταλισμό.

Η αναρχοκαπιταλιστική ωστόσο κοινωνία του Νταίηβιντ Φρίντμαν δεν είναι μια καθαρά αναρχική κοινωνία με την έννοια της πλήρους απουσίας νόμων. Νόμοι υπάρχουν, όπως και υπάρχουν οι φορείς που επιβλέπουν την τήρησή τους. Μόνο που δεν υπάρχει πια κρατικό μονοπώλιο στη νομοθεσία ή την ασφάλεια. Υπάρχουν φορείς, εταιρίες νομοθεσίας και ασφάλειας, τους οποίους οι πολίτες επιλέγουν σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους και συνάπτουν συμβόλαια μαζί τους για την προστασία τους και τη διαφύλαξη των συμφωνιών τους με άλλους πολίτες.  Ενδο-εταιρικές διαφορές επιλύονται σύμφωνα με τη χάρτα της νομικής εταιρίας που έχουν υπογράψει οι συνδρομητές της. Δια-εταιρικές διαφορές επιλύονται μεταξύ των εταιριών οι οποίες έχουν φυσικά κάθε κίνητρο να επιζητούν αποδοτικές, αλλά και ειρηνικές λύσεις (η βία στοιχίζει). Ο ανταγωνισμός μεταξύ των νομικών φορέων οδηγεί σε διαρκώς βελτιούμενα νομικά συστήματα κι ο νομικός πολιτισμός εξελίσσεται ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς.

Πάτρι Φρίντμαν

Όπως κάθε ουτοπία, έτσι κι η αναρχοκαπιταλιστική κοινωνία του Νταίηβιντ Φρίντμαν είναι καταδικασμένη να παραμείνει στο χώρο των θεωρητικών ασκήσεων. Όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ο πατέρας του, «η δύναμη της αδράνειας είναι τεράστια»: είναι πρακτικά αδύνατο να αρνηθούν οι πολίτες κάποιας χώρας παραδόσεις και θεσμούς αιώνων, για να δοκιμάσουν τόσο ριζοσπαστικές ιδέες. Ακόμη κι αν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που θα θέλανε να ακολουθήσουν μια τέτοια πολιτική περιπέτεια, κάθε σημείο της γης ανήκει ήδη σε κάποια κρατική οντότητα με σχηματισμένο νομικό πλαίσιο και πολιτικές παραδόσεις. Ή μήπως όχι;


Ο γιος του Νταίηβιντ, Πάτρι Φρίντμαν, βρήκε τη λύση το 1998 σε ένα άρθρο του Γουέιν Γκράμλιτς: πλωτές πολιτείες. Η θάλασσα, πέρα από την ακτίνα των ΑΟΖ, παραμένει το μόνο κομμάτι της γης έξω από των έλεγχο των κρατών. Στο όραμα του Πάτρι, κάθε «πολίτης» (με την όσο πιο χαλαρή γίνεται έννοια του όρου) είναι ιδιοκτήτης μιας πλωτής έκτασης/κατοικίας η οποία συνδέεται με άλλες σχηματίζοντας πλωτές πολιτείες. Κάθε τέτοια πολιτεία έχει το δικό της σύστημα διακυβέρνησης, νομικό περιβάλλον και τρόπο οργάνωσης. Όσο περισσότερες από αυτές τις πλωτές πολιτείες σχηματιστούν, τόσο μεγαλύτερος ο ανταγωνισμός μεταξύ τους. Κι όταν κάποιος πλωτός πολίτης διαφωνήσει με τους συνπλωτίτες του, παίρνει απλά την πλωτή ιδιοκτησία του και σαλπάρει για να τη συνδέσει με όποια άλλη πολιτεία θελήσει. Οι πολιτείες που αποτυγχάνουν, χάνουν σιγά-σιγά τους πολίτες τους και παρακμάζουν. Οι πολιτείες που καταφέρνουν να προσελκύσουν κι άλλους πολίτες, αυξάνονται και ισχυροποιούνται.

Κάνουμε έτσι ένα ακόμη βήμα παρακάτω στη σκέψη της οικογένειας Φρίντμαν: ελεύθερος ανταγωνισμός μεταξύ συστημάτων διακυβέρνησης στα διεθνή χωρικά ύδατα. Κι αν ακούγεται η ιδέα αυτή πολύ εξωτική για να έχει ελπίδες υλοποίησης, οι Φρίντμαν/Γράμλιτς έχουν ήδη ξεκινήσει την αναζήτηση χρηματοδότησης. Αναμένουν δε ότι, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, οι άνθρωποι που θα κατοικούν στις πρώτες πρότυπες πλωτές πολιτείες θα ξεπερνούν τους 150.

Η δύναμη της αδράνειας 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο άχαρο και βαρετό στην εξέλιξη του πολιτικού μας πολιτισμού από αυτή την καταραμένη «δύναμη της αδράνειας». Η οικογένεια Φρίντμαν επιμένει να την πολεμά εδώ και περισσότερο από πενήντα χρόνια. Από το νεοφιλελευθερισμό του Μίλτον Φρίντμαν και τον αναρχοκαπιταλισμό του Νταίηβιντ, μέχρι και τις πλωτές κοινότητες του Πάτρι, η οικογένεια Φρίντμαν αναζητά διαρκώς μεθόδους για να παρακάμψει τον έμφυτο συντηρητισμό μας. Δεν είναι πάντα επιτυχημένοι, αλλά φαίνονται αποφασισμένοι να μην τα παρατήσουν.

Περιμένω με αγωνία τις ιδέες και της επόμενης γενιάς Φρίντμαν.
Read More...

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Φιλελευθερισμός και Σοσιαλδημοκρατία: Πλαίσια (συν)θέσεων και αντιθέσεων.

4 comments
Γράφει ο Χάρης Πεϊτσίνης

Με ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενό του ο Γιώργος Σαρηγιαννίδης συνεχίζει τον προσφάτως ανακινημένο διάλογο για τα περιθώρια συνεργασίας και σύνθεσης του Φιλελευθερισμού με τη Σοσιαλδημοκρατία. Αυτός ο διάλογος δεν είναι καινούριος, ούτε σε τοπικό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Στην Ελλάδα βέβαια αποκτά χαρακτήρα επείγοντος, ιδίως υπό το φως της αδυναμίας του φιλελεύθερου χώρου να αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, και της επιγενόμενης ανάγκης για την προώθηση στρατηγικών συμμαχιών.

Δυστυχώς δε θα συμμεριστώ τον οπτιμισμό πολλών φίλων ως προς τη δυνατότητα ζύμωσης και σύνθεσης των δύο αυτών ρευμάτων, και την προοπτική δημιουργίας ενός μαζικού χώρου της λεγόμενης φιλελεύθερης κεντροαριστεράς. Ένας τέτοιος χώρος δε μπορεί να υπάρξει για λόγους πρακτικούς αλλά κυρίως θεωρητικούς. Και εξηγούμαι.
Read More...

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Η ένδεια του ιστορικισμού

Leave a Comment


Βιέννη, καλοκαίρι του 1919. O Karl Popper, νεαρός κομουνιστής, παρακολουθεί τρομοκρατημένος τη βαρβαρότητα της αστυνομίας που πυροβολεί το άοπλο πλήθος με αποτέλεσμα το θάνατο νεαρών σοσιαλιστών και κομουνιστών εργατών. Οι πυροβολισμοί ξεσπάνε όταν, με την υποκίνηση των κομουνιστών, η διαδήλωση μετατρέπεται σε προσπάθεια απελευθέρωσης μιας ομάδας συντρόφων τους από τα κρατητήρια του κεντρικού αστυνομικού τμήματος της πόλης. Ο Popper, μόλις 17 ετών, αισθάνεται ότι, ως Μαρξιστής, φέρει μέρος της ευθύνης για την τραγωδία – «τουλάχιστον επί της αρχής» – μιας και η θεωρία που υποστήριζε απαιτούσε την εντατικοποίηση της πάλης των τάξεων ώστε να επιταχυνθεί ο ερχομός του σοσιαλισμού. (Popper, Unended Quest 2002)

Ο Popper εγκαταλείπει το Μαρξισμό και βάζει στόχο τη σε βάθος μελέτη και διάψευση του δήθεν επιστημονικού χαρακτήρα του – όπως τουλάχιστο γινόταν τότε αντιληπτός από τους Μαρξιστές μελετητές κι ακτιβιστές. Το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης είναι ένα μικρό στριφνό βιβλιαράκι με τον τίτλο ‘Η Ένδεια του Ιστορικισμού’, καθώς και το ‘Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της’ – το magnum opus του Popper στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας.


Αν και ο τίτλος της σημερινής συζήτησης αναφέρεται μόνο στην ‘Ένδεια’, η πρόθεσή μου ήταν να συζητήσουμε όχι μόνο την Ένδεια – ούτε καν όλη την Ένδεια – αλλά το επιχείρημα του Popper κατά του ιστορικισμού. Επιχείρημα που στην αρχική του μορφή παρουσιάστηκε όντως ως Ένδεια του Ιστορικισμού’, ανάπτυξη του οποίου είναι και το ‘Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της’, και που παίρνει την τελική του μορφή σε έναν από τους τόμους-υστερόγραφα του ‘Logic of Scientific Discovery’.
Για πιο πράγμα όμως μιλάμε; Ποιος είναι αυτός ο ιστορικισμός που προσπαθεί να αντιμετωπίσει ο Popper; Ο ίδιος ο Popper, πάντα απολύτως τίμιος με τους αντιπάλους του, ξοδεύει ένα μεγάλο μέρος της ‘Ένδειας’ προσπαθώντας να περιγράψει με όσο πιο ολοκληρωμένο τρόπο γίνεται τη στάση του ιστορικισμού. Ο λατινοαμερικάνος συγγραφέας Mario Vargas Llosa από την άλλη, λιγότερο ίσως έντιμος, το ίδιο όμως εύστοχος, αναφέρει:
«Αυτοί που νομίζουν ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι «γραμμένη» πριν συμβεί, ότι αποτελεί την παράσταση ενός προϋπάρχοντος λιμπρέτου, σχεδιασμένου από το Θεό, τη φύση, την ανάπτυξη της λογικής, ή της τάξης των πάλεων και των μέσων παραγωγής. Που πιστεύουν ότι η ζωή είναι μια δύναμη ή ένας κοινωνικός και οικονομικός μηχανισμός που τα άτομα από μόνα τους έχουν λίγη ή καθόλου δύναμη να αλλάξουν. Που πιστεύουν ότι αυτή η κίνηση της ανθρωπότητας μέσα στο χρόνο έχει λογική και συνέπεια, και είναι οπότε προβλέψιμη. Που, εν ολίγοις, πιστεύουν ότι η ιστορία έχει κάποιο κρυφό νόημα, που, παρά την απείρως επεισοδιακή πολυμορφία της, δίνει στα πάντα μια συντονισμένη λογική και τα καθορίζει ως ένα πάζλ, με κάθε κομμάτι τοποθετημένο στη σωστή του θέση. Αυτοί οι άνθρωποι είναι, σύμφωνα με τον Popper, ‘ιστορικιστές’.» (Llosa 2008)
Παρά τις λογοτεχνικές υπερβολές όμως του συγγραφέα, ο ιστορικισμός δεν είναι η φιλοσοφία μιας μυστικής σέκτας μαρξιστών μελλοντολόγων. Είτε λόγω της έντονης σχέσης του με τις θρησκείες της δύσης (και του εσχατολογικού τους χαρακτήρα), είτε λόγω της ίδιας της ανθρώπινης φύσης μας που μας οδηγεί ίσως στο να αναζητούμε προβλέψιμα σχήματα ως ερμηνεία των εμπειρικών μας δεδομένων, ο ιστορικισμός αποτελεί ένα καλά εδραιωμένο κομμάτι του πολιτισμού μας – της κοινής μας λογικής, αν προτιμάτε.

Αυτός ο ιστορικισμός, βρίσκεται αναπόφευκτα στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Και, παρά τη φαινομενική του φιλοσοφική αφέλεια, ευθύνεται σημαντικά για εκατομμύρια νεκρούς, εξόριστους, πρόσφυγες, φυλακισμένους.

Γιατί, αν και μόνο «οι ανόητοι τολμούν να προβλέψουν με απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους ότι συγκεκριμένα πράγματα όντως θα συμβούν στο μέλλον και άλλα όχι» (Medawar 1996), είναι η ανοησία τους αυτή που δημιουργεί το έδαφος για τους κάθε λογής προφήτες/δικτατορίσκους να ‘επιταχύνουν δήθεν’ την αναπόφευκτη πορεία της ιστορίας τερματίζοντας το μέλλον όσων τολμούν να αμφισβητήσουν τη βεβαιότητα αυτή.

Αν και δεν είναι δύσκολο να δείξουμε ότι το σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού βρίσκεται στην αρχή της πολύ γλιστερής πλαγιάς προς τον ολοκληρωτισμό, είναι σχεδόν αδύνατο να αρνηθούμε ότι κάθε ολοκληρωτισμός συνοδεύεται από την πλαστή βεβαιότητα ότι η οικονομία, και κατ’ επέκταση κάθε κοινωνική δραστηριότητα, μπορεί – διορθώνω, «οφείλει» – να σχεδιαστεί κεντρικά, για το καλό της εργατικής τάξης, του έθνους, της φυλής, του οικοσυστήματος, του πλανήτη. Και, βέβαια, ο σχεδιασμός του μέλλοντος έχει πάντα ως απαραίτητη προϋπόθεση την προβλεψιμότητα του μέλλοντος, μιας και αν κάτι είναι από τη φύση του απρόβλεπτο είναι αδύνατο να το κατευθύνεις στην κάθε του λεπτομέρεια, όπως φιλοδοξούν οι υπουργοί συντονισμού και οι επιτροπές σχεδιασμού. Η εμπειρία του προηγούμενου αιώνα, πολύ φοβάμαι, δεν υπήρξε αρκετή για να αποτρέψει τους ιστορικιστές της εποχής μας, χρησιμοποιώντας μοντέρνα εργαλεία του πολιτικού μάρκετινγκ, να παρασύρουν τους συνανθρώπους μας σε νέες περιπέτειες κεντρικού σχεδιασμού.

Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης βρίσκεται η φιλελεύθερη παράδοση της δυναμικής εξέλιξης, της ατομικής ευθύνης και της αποκεντρωμένης εξουσίας. Στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας, η προσφορά του φιλελευθερισμού στη μάχη κατά του ολοκληρωτισμού εντοπίζεται κυρίως στο έργο των Mises, Ηayek και Popper που, ως σύνολό, καθιστά τον κεντρικό σχεδιασμό φιλοσοφικά εκτεθειμένο και πρακτικά αδύνατο. (Ελπίζω να μου συγχωρείτε αυτή τη μικρή παρένθεση.)

Ο κεντρικός σχεδιασμός, για να έχει νόημα, οφείλει:
  1. να έχει πλήρη εικόνα για τις ανάγκες («στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του») της κοινωνίας, του κάθε πολίτη δηλαδή, [το ‘πρόβλημα της πληροφορίας’]
  2. να μπορεί να υπολογίσει τη βέλτιστη κατανομή των διαθέσιμων πόρων με βάση αυτές τις ανάγκες, [το πρόβλημα του υπολογισμού]
  3. και να μπορεί να προεκτείνει τους υπολογισμούς αυτούς στο μέλλον [το πρόβλημα της προβλεψιμότητας].
Αν έστω κι ένα από τα προβλήματα αυτά αποδειχτεί άλυτο, ο κεντρικός σχεδιασμός – στην ολοκληρωτική του μορφή τουλάχιστο – αποδεικνύεται αδύνατος. Οι Mises-Hayek-Popper κατάφεραν να αποδείξουν ότι και τα τρία προβλήματα δεν έχουν λύση. Ο κεντρικός σχεδιασμός δεν έχει νόημα και κάθε ολοκληρωτισμός είναι απολύτως κενός περιεχομένου – το μόνο που απομένει είναι τα βαρύγδουπα σύμβολα, οι κοκκινόμαυρες στολές και η βαρβαρότητα.

O Hayek (Hayek 1945) κατάφερε να αποδείξει ότι είναι αδύνατο να συγκεντρωθούν όλα τα απαραίτητα δεδομένα – που, παρεμπιπτόντως, μεταβάλλονται διαρκώς – για την επίλυση του οικονομικού προβλήματος σε ένα κεντρικό εγκέφαλο. Η τάση των οικονομολόγων να λησμονούν τη σημασία των συνεχών μικρών μεταβολών που συνθέτουν την εικόνα της οικονομίας είναι αποτέλεσμα της ενασχόλησής τους με στατιστικές αφαιρέσεις που, αν και δίνουν την αίσθηση μερικής σταθερότητας, αγνοούν την κινητικότητα των δεδομένων που κρύβεται από πίσω τους.

Ο Mises δείχνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει οικονομικός υπολογισμός χωρίς ή έξω από το σύστημα των τιμών που η αγορά εξασφαλίζει –η σοσιαλιστική οικονομία παύει να είναι οικονομία. Η πληροφορία διαστρεβλώνεται και ο σχεδιασμός είναι ανέφικτος.

Τέλος, και επιστρέφοντας στο θέμα της σημερινής μας συζήτησης, ο Popper δίνει τη χαριστική βολή στον κεντρικό σχεδιασμό και κάθε μορφή ολοκληρωτικού ουτοπισμού. Δεν μπορεί να υπάρξει πρόβλεψη της ιστορίας. (Popper, The Poverty of Historicism 2002) Οπότε, κάθε προσπάθεια σχεδιασμού και οργάνωσης της ιστορίας είναι αδύνατη. Δεν μπορεί να υπάρξει μηχανική της ιστορίας όταν το μέλλον είναι απρόβλεπτο.

Το επιχείρημα του Popper (Popper, The Open Universe: An Argument for Indeterminism – From «Postscript to the Logic of Scientific Discovery» 1982) είναι εντυπωσιακά απλό – αν και πιθανότατα όχι τόσο απλό όσο αρχικά φαίνεται:
  1. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε, με λογικά ή επιστημονικά μέσα, τη μελλοντική ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης. (Αν και δεν είναι δύσκολο να πειστεί κανείς για την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού, ο Popper προσφέρει και τη λογική απόδειξη του ισχυρισμού στους αναγνώστες του.)
  2. Η πορεία της ανθρώπινης ιστορίας επηρεάζεται έντονα από την ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης.
  3. Οπότε, δεν μπορούμε να προβλέψουμε την μελλοντική πορεία της ανθρώπινης ιστορίας – τουλάχιστο όχι αυτές τις πλευρές της που επηρεάζονται έντονα από την ανάπτυξη της γνώσης μας.
Ο ιστορικισμός είναι λοιπόν αβάσιμος. Το μέλλον είναι ανοιχτό και κανένας σχεδιαστής, ουτοπιστής, δικτάτορας, δεν μπορεί πια να μας πείσει για το προδιαγεγραμμένο μέλλον μας που οφείλουμε να επιταχύνουμε. Ο επιστήμονας μελλοντολόγος/σχεδιαστής μπορεί να υπάρξει μόνο ως μεταφυσικός προφήτης – δεν αποκλείεται αυτό από την ανάλυση του Popper – δάκτυλος ανώτερης δύναμης έξω και πέρα από την πορεία της ανθρώπινης γνώσης.

Ο ιστορικισμός αποτελεί πιθανότατα μια ακόμη παρενέργεια του μηχανισμού της εξέλιξης. Κι αν δεν υπήρχε η άλλη ‘καταραμένη παρενέργεια’, αυτή του ‘συντηρητισμού’, που μας προφυλάσσει από την αποδοχή ριζοσπαστικών αλλαγών και ουτοπικών λύσεων, θα είχε πιθανά ήδη οδηγήσει στην εξαφάνιση του είδους μας.

Σύμφωνα με τον Popper, το αντίδοτο στον κεντρικό σχεδιασμό είναι η μηχανική της ‘μπουκιάς’ – ένα είδος δηλαδή συντηρητικού εκσυγχρονισμού, που μικρά πολιτικά πειράματα αντικαθιστούν τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις ολιστικές προσεγγίσεις. Το επιχείρημα του Popper δεν οδηγεί στην κατάργηση του κράτους ή την άρνηση της οποιασδήποτε παρέμβασης στην οικονομία. Καθιστά όμως αδύνατη την πίστη στον κεντρικό σχεδιασμό και δυσκολεύει έντονα το έργο του υπουργού Εθνικής Οικονομίας όταν οραματίζεται να ‘κατευθύνει την οικονομία’ προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, όπως πολύ συχνά ακούμε. Ο Popper ανοίγει το δρόμο στην αποκέντρωση και τον εκσυγχρονισμό κι αυτή είναι ίσως η μεγάλη προσφορά του στο χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας.


Βιβλιογραφία :
Hayek, Friedrich A. «The Use of Knowledge in Society.» AER, 1945.
Llosa, Mario Vargas. Wellsprings (The Richard Ellmann Lectures in Modern Literature). Harvard University Press, 2008.
Medawar, Peter Brian. The Strange Case of the Spotted Mice and Other Classic Essays on Science: And Other Classic Essays on Science. 5, illustrated. Oxford University Press, 1996.
Mises, Ludwig von. «Economic Calculation In The Socialist Commonwealth.» Στο Collectivist Economic Planning, μοντάζ: F.A. Hayek, 87-130. London: George Routledge & Sons, 1935.
Popper, Karl. The Open Universe: An Argument for Indeterminism – From «Postscript to the Logic of Scientific Discovery». Routledge, 1982.
—. The Poverty of Historicism. 2, reissue, revised, reprint. Routledge, 2002.
—. Unended Quest. 5, illustrated. Routledge, 2002.

Read More...

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

Επιστολή παραίτησης από τη Δημοκρατική Συμμαχία

1 comment
Στη σύντομη προεκλογική περίοδο που διανύουμε, το μεταρρυθμιστικό κέντρο φαίνεται να συνθλίβεται ανάμεσα στην Αριστερά της δραχμής και τη Δεξιά της πεντάρας. Ανάμεσα σε μια ανεύθυνη Αριστερά που οχυρωμένη πίσω από έναν αριστερόστροφο εθνο-λαϊκισμό επιχειρεί να συσπειρώσει τα απομεινάρια του χρεοκοπημένου κρατισμού. Και ανάμεσα σε μια γερασμένη και εξίσου ανεύθυνη Δεξιά που επιχειρεί την αναπαλαίωσή της ανασύροντας επιχειρήματα από το ιδεολογικό οπλοστάσιο μιας ανιστόρητης αντι-κομμουνιστικής ρητορικής. Όμως ούτε ο Τσίπρας είναι ο Τσε Γκεβάρα, ούτε ο Σαμαράς είναι ο ντε Γκωλ. Και για να χρεοκοπήσει η χώρα δεν είναι αναγκαίος ο «τροπικός» λαϊκισμός του Τσίπρα. Μας αρκεί και η «βαλκανική χριστιανοδημοκρατία» του Σαμαρά.


Read More...

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Πόσους δημόσιους υπάλληλους χρειαζόμαστε;

1 comment

Πέρα ίσως από τα οργανωμένα συνδικάτα που δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο να υποχωρήσουν από τα προνόμιά τους, είναι ελάχιστοι πλέον όσοι αρνούνται ότι πρέπει να καταργηθεί η μονιμότητα στο δημόσιο τομέα. Και πολύ σωστά. Όχι από εκδικητική μανία, ούτε ακολουθώντας εξισωτικές μονομανίες με τον ιδιωτικό τομέα. Αλλά γιατί, πολύ απλά, πρέπει να ξεπεράσουμε την εποχή που η εργασία στο δημόσιο ισοδυναμούσε με πληρωμένη αεργία. Πρέπει να αρχίσουμε να επιβραβεύουμε τους ικανούς κι αποδοτικούς υπαλλήλους και να επιτρέπουμε σε όσους κάνουν κατάχρηση της θέσης τους να αναζητήσουν ξανά την τύχη τους στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η κατάργηση της μονιμότητας δεν αρκεί ως μεταρρυθμιστική κατεύθυνση.

Read More...

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Σχόλιο περί χρεοκοπίας

Leave a Comment

Υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της χρεοκοπίας της χώρας που αναφέρεται στην φιλελεύθερη θεώρηση της αγοράς (στο Hayek κυρίως) και τους μηχανισμούς του καπιταλισμού. Επειδή το επιχείρημα κυκλοφορεί σε διάφορες εκδοχές και από διάφορους αρθρογράφους, αποφάσισα να το σκιτσάρω παρακάτω αυτόνομα, με την ελπίδα να μην παρερμηνεύω τους εμπνευστές και υποστηρικτές του:
Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την έννοια της χρεοκοπίας. Αν κανείς ακολουθεί λάθος αποφάσεις για πολύ χρόνο, οδηγώντας την επιχείρησή του στη χρεοκοπία, οφείλει να αναλάβει και τις ευθύνες του. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει ο μηχανισμός της αγοράς, επιβραβεύοντας τις σωστές και καινοτόμες επιχειρηματικές δράσεις, τιμωρώντας παράλληλα τις λανθασμένες κι αναποτελεσματικές. Έτσι έχουμε ως εξελικτική κατεύθυνση την καινοτομία και την επικράτηση των αποτελεσματικών δράσεων.
Η Ελλάδα έκανε ακριβώς αυτό. Πήρε τις λάθος αποφάσεις για περισσότερο χρόνο από όσο άντεξε και οδηγήθηκε ουσιαστικά στη χρεοκοπία. Ο συνεπής φιλελεύθερος θα πρέπει να επιτρέψει την αγορά να λειτουργήσει, να αρνηθεί τα όποια Μνημόνια και επιπλέον δανειακές συμβάσεις και να αποδεχτεί τη χρεοκοπία και τυπικά. Ειδάλλως, επιβραβεύονται ουσιαστικά οι λάθος χειρισμοί της χώρας και στρεβλώνεται η αγορά. 
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις εταιρίες και τα κράτη, που ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει, και η οποία ακυρώνει ουσιαστικά την εφαρμογή του επιχειρήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Read More...

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Γιατί ψηφίζω Δημοκρατική Συμμαχία

Leave a Comment

Μου είναι αδιανόητο η χώρα γύρω να καταρρέει, να έχουμε τη δυνατότητα παρέμβασης προς μια υπεύθυνη και ρεαλιστική κατεύθυνση, κι εμείς να περιορίζουμε το πεδίο δράσης μας σε αφηρημένες ασκήσεις ενστικτώδους φιλελευθερισμού. Η παρακμή δεν περιμένει το θεωρητικό μέλλον. «Μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί», έγραφε ο Κέυνς και είναι στιγμές σαν κι αυτή που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ούτε τους άμεσους κινδύνους, ούτε τις δύσκολες επιλογές που έχουμε μπροστά μας.

Ο πολιτικός χρόνος κυλά πάντα υπέρ της αδράνειας αν δεν υπάρξει η δύναμη εκείνη που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αλλαγή κατεύθυνσης. Και σε τούτες τις εκλογές η μόνη δύναμη που θέλει και μπορεί να ωθήσει τη συζήτηση στην κατεύθυνση της διεξόδου είναι η Δημοκρατική Συμμαχία. Όχι, δεν πιστεύω ότι η Δημοκρατική Συμμαχία έχει μαγικές λύσεις, ούτε ότι όλα τα προβλήματα της χώρας θα λυθούν με κάποιο μαγικό τρόπο αν υπάρξει φιλελεύθερη εκπροσώπηση στην επόμενη Βουλή. Είμαι όμως βέβαιος ότι αν σταθούμε νηφάλια κοιτώντας την επόμενη μέρα, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν δεν παρασυρθούμε από την ανοησία των θεωριών συνομωσίας, των εύκολων λύσεων και της νοσταλγίας ενός ανύπαρκτου ένδοξου παρελθόντος, ο πολιτικός τόπος φαντάζει μάλλον τόσο περιορισμένος όσο ποτέ.
Read More...

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Συνειδητές επιλογές

7 comments
Οι βασικές πολιτικές επιλογές πολύ σπάνια είναι μια εύκολη υπόθεση.
Σήμερα, είτε το θέλουμε είτε όχι, η χώρα μας βρίσκεται στο πιο δύσκολο σταυροδρόμι της μεταπολιτευτικής ιστορίας της.

Τα επτά κόμματα «της καταστροφής» και οι δύο αμετανόητοι πρώην «μεγάλοι» ζητούν την ψήφο των Ελλήνων!

Αλλά για τις φιλελεύθερες και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις το ζητούμενο των ερχόμενων εκλογών είναι σαφές: θέλουμε μιαν ανοιχτή Ελλάδα.
Μια δημιουργική χώρα με μικρό, διαφανές και αποτελεσματικό, κράτος. Κράτος αρωγό, όχι εμπόδιο στη δημιουργικότητα.
Θέλουμε οικονομία της αγοράς, της δημιουργικότητας και της εξέλιξης, όχι την Ελλάδα της παρακμής, του κρατισμού και της ανέξοδης «ψευτοκοινωνικής» ρητορικής.
Read More...

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Φιλελεύθεροι μύθοι

2 comments

(Μετά από πρόσκληση φίλου και ως συνέχεια κι επίμετρο του ‘10 θέσεις για το νεοφιλελευθερισμό’.)

Read More...

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ξαναδιαβάζοντας την Άυν Ραντ

Leave a Comment

Σχόλιο για τον John Galt και την καπιταλιστική ουτοπία του Αντικειμενισμού) 
του Γ. Σαρηγιαννίδη
(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 18, Μάρτιος 2012)

Το χρήμα είναι είδος ποίησης
- Adagia, Wallace Stevens

Το φέρετρό της συνοδευόταν από ένα στεφάνι δύο μέτρων στο σχήμα του δολαρίου. Δεν ξέρω αν ήταν δική της η απόφαση ή των μαθητών της, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο ταιριαστό για την πιο απροκάλυπτη υπέρμαχο του laissez-faire καπιταλισμού της εποχής μας. Ήταν άλλωστε κι ένα από τα αγαπημένα της φετίχ: δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τη μαύρη κάπα της που την κρατούσε στο λαιμό μια χρυσή αγκράφα με το σύμβολο του δολαρίου. Όπως έλεγε κι ίδια,
«το ελεύθερο πνεύμα κι η ελεύθερη οικονομία είναι αλληλοσυμπληρούμενα. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Το σύμβολο του δολαρίου, ως το σύμβολο ενός νομίσματος μιας ελεύθερης χώρας, είναι το σύμβολο του ελεύθερου πνεύματος.»
Όταν πέθανε το 1982, σε ηλικία 77 ετών, είχε καταφέρει να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς που ζούσαν τις ζωές τους σύμφωνα με τα κηρύγματά της και με πρότυπα τους ήρωες των βιβλίων της. Τα μυθιστορήματά της ήταν, και παραμένουν, από τις πιο δημοφιλείς εκδόσεις στις ΗΠΑ και είχαν ήδη μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες. Τα άρθρα και τα δοκίμιά της διαβαζόταν από τους ακολούθους της ως ευαγγέλιο. Ξεκινώντας την καριέρα της στο Χόλυγουντ ως κομπάρσος στις ταινίες του Cecil B. DeMille, κατέληξε να γίνει ο ηγέτης μιας φιλοσοφικής σέχτας που, αν και τρομαχτική στην απλοϊκότητά της, έχει επηρεάσει την Αμερικανική κουλτούρα όσο πολύ λίγα ρεύματα ιδεών. Καθόλου μικρό επίτευγμα για μια νεαρή κοπέλα που ξέφυγε (με τουριστική βίζα) από τη Σοβιετική Ένωση σε ηλικία μόλις 21 ετών για να καταφύγει στις ΗΠΑ, πολιτικός πρόσφυγας στην ουσία, μαγεμένη από τους ουρανοξύστες του Μανχάταν. Η Άυν Ραντ ήθελε να γίνει σεναριογράφος και συγγραφέας. Και τα κατάφερε.

Ο Άτλας επαναστάτησε

Από την τεράστια συγγραφική της παραγωγή της σε άρθρα, δοκίμια και μυθιστορήματα, το δημοφιλέστερο έργο της παραμένει, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ (Atlas Shrugged). Επικό μυθιστόρημα μυστηρίου, το ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ είναι κάτι μεταξύ φιλοσοφικού μελοδράματος και ιστορίας επιστημονικής φαντασίας: Οι λαμπρότεροι εφευρέτες και επιχειρηματίες της χώρας εξαφανίζονται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, αφήνοντας τις μεγαλύτερες βιομηχανίες να καταρρεύσουν. Σε μια τεραστίων διαστάσεων περιγραφή της κατάρρευσης, το leitmotif του μελοδράματος είναι η ερώτηση «ποιος είναι ο John Galt;», που όλοι επαναλαμβάνουν αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να απαντήσει.

Κι αφού μπλέκει ακόμη περισσότερο η πλοκή με μια ερωτική ιστορία και την αναζήτηση για μια κάποια μηχανή που υποτίθεται μπορεί να μετατρέψει το στατικό ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας σε κινητική ενέργεια, καταφέρνουμε επιτέλους να ανακαλύψουμε ποιος είναι αυτός ο John Galt. Πρόκειται για έναν υπερήρωα του καπιταλισμού που έχει οργανώσει μια απεργία των δημιουργικών ανθρώπων ενάντια σε αυτούς που χρησιμοποιούν τη βία του νόμου και της ηθικής ενοχής για να λεηλατήσουν τα επιτεύγματα των παραγωγικών μελών της κοινωνίας. Ο παλιός κόσμος σύντομα καταρρέει, κι ο John Galt αναδεικνύεται ως ο νέος ηγέτης μιας κοινωνίας που πανηγυρίζει τα ατομικά επιτεύγματα και τον ατομικισμό.

Το αποκορύφωμα του μυθιστορήματος είναι το κήρυγμα του John Galt περί της φιλοσοφίας του αντικειμενισμού που συναγωνίζεται, ως άσκηση αντοχής στην πολιτική ανία (70 σελίδες στο πρωτότυπο!), τις καλύτερες επιδόσεις του Φιντέλ Κάστρο. Πολύ φοβάμαι ότι στην καπιταλιστική ουτοπία της Ραντ η κυριότερη αιτία θανάτου θα είναι η πλήξη.

Κατά τη διάρκεια ενός εκδοτικού συνεδρίου, οργανωμένου από τον εκδοτικό οίκο του Atlas Shrugged, ένας από τους σύνεδρους-πωλητές βιβλίων ρώτησε τη Ραντ αν θα μπορούσε να περιγράψει την ουσία του βιβλίου και της φιλοσοφίας της ενώ στέκεται στο ένα πόδι. (Αυτό που σήμερα στον κόσμο των επιχειρήσεων ονομάζεται η ‘παρουσίαση του ασανσέρ’: να περιγράψεις την ιδέα σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα – όσο χρόνο χρειάζεται το ασανσέρ να φτάσει από τη ρεσεψιόν στον όροφο των συνεδριάσεων.) Η Ραντ δεν είχε καμία δυσκολία να το κάνει. Και συνέχισε να το κάνει ασταμάτητα κι ακούραστα για το υπόλοιπο της ζωής της με άρθρα, δοκίμια, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις. Κι αυτό είναι πιθανά και το σημαντικότερο πρόβλημα του μυθιστορήματος: αν μπορείς να περιγράψεις την ιδέα σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, γιατί να δοκιμάσουμε τις αντοχές μας με τις εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις μιας μέτριας αλληγορίας; Είμαι βέβαιος ότι ο Μπόρχες δεν θα χρειαζόταν περισσότερο από δυο-τρεις σελίδες για να γράψει ακριβώς τα ίδια πράγματα για τα οποία η Ραντ χρειάστηκε 1200. Η στρατευμένη τέχνη είναι δυστυχώς πολύ σπάνια κι ενδιαφέρουσα Τέχνη.

Αντικειμενισμός

Η φιλοσοφία του αντικειμενισμού, όπως παρουσιάζεται στον Άτλαντα, δεν είναι φιλοσοφία με την έννοια που συναντούμε στα έργα του Russell ή του Popper. Ή, τουλάχιστο, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι φιλοσοφία με την έννοια της διδασκαλίας που συναντά κανείς στον Κομφούκιο ή τον Ιησού. Δεν περιορίζεται σε ερωτήσεις για το πώς είναι ο κόσμος, αλλά και για το πώς θα έπρεπε να είναι. Είναι ένας οδικός χάρτης για το πώς πρέπει να οργανωθεί η καπιταλιστική ουτοπία του John Galt και το πώς πρέπει να ζούνε οι πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι – οι αντικειμενιστές. Όπως η ίδια η Ραντ τον περιγράφει, ο αντικειμενισμός λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα: τη μεταφυσική (αντικειμενική πραγματικότητα), την επιστημολογία (ορθολογισμός), την ηθική (ατομικισμός) και την πολιτική (καπιταλισμός).
Κι εξηγεί:
Σε απλή γλώσσα, αυτό σημαίνει: 1. «Η Φύση θα έπρεπε να διατάζεται, όχι να υπηρετείται» ή «η επιθυμία δεν κάνει την πραγματικότητα». 2. «Δεν γίνεται και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος». 3. «Ο άνθρωπος είναι από μόνος του αυτοσκοπός». 4. «Ελευθερία ή θάνατος».
Αν τηρείτε αυτές τις έννοιες με απόλυτη συνέπεια ως βάση των πεποιθήσεών σας, έχετε στη διάθεσή σας ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα για να καθοδηγήσει την πορεία της ζωής σας. Αλλά να τις τηρήσετε με απόλυτη συνέπεια – να τις κατανοήσετε, να τις ορίσετε, να τις αποδείξετε και να τις εφαρμόσετε – απαιτεί όγκους σκέψης. 
Ο στόχος της ήταν να κατασκευάσει ένα πολύ αυστηρό θεωρητικό πλαίσιο βασισμένο στην «αντικειμενική πραγματικότητα» και, ως ένας σύγχρονος Αριστοτέλης (που ήταν κι ο αγαπημένος της φιλόσοφος), να καταλήξει σε ένα σύστημα αξιών που πρέπει «αντικειμενικά» να ακολουθούμε ως άτομα κι ως κοινωνία.

Στον πυρήνα του αντικειμενισμού βρίσκεται το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να ζει έχοντας τον εαυτό του ως αυτοσκοπό: υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για το δικό του καλό και την επιδίωξη του ατομικού του συμφέροντος. Είναι το απόλυτο αντίθετο του αλτρουιστή. Είναι Εγωιστής με την πιο ευρεία, και την πιο ρηχή μάλλον, έννοια της λέξης. Δεν χρειάζεται όμως να ανησυχούμε. Ο Εγωιστής της Ραντ δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τον αφηρημένο κόσμο των φιλοσοφικών της ασκήσεων. Κι αν ποτέ εμφανιζότανε στον πλανήτη, ως αποτέλεσμα κάποιας απρόβλεπτης μετάλλαξης στο εξελικτικό μας δέντρο, θα είχε υποπτεύομαι πολύ σύντομη παρουσία στον πραγματικό κόσμο.

Η βασική λειτουργία στη διαιώνιση και εξέλιξη κάθε είδους είναι η αναπαραγωγή. Ιδιαίτερα στα θηλαστικά, η διαδικασία της αναπαραγωγής έχει μεγάλο κόστος και ενέχει πολλούς κι απρόβλεπτους κινδύνους για τη μητέρα που, με αυταπάρνηση (συνειδητά ή ασυνείδητα), παραχωρεί το σώμα της και καταπιέζει το ατομικό της συμφέρον για χάρη της επόμενης γενιάς. Κάθε γενιά θυσιάζει μέρος του εαυτού της για την επόμενη. Στο δικό μας σύμπαν, το αντικειμενικά πραγματικό, τα έμβια όντα δεν μπορούν να υπάρξουν έχοντας μόνο τους εαυτούς τους ως αυτοσκοπό. Είμαστε μηχανές-φορείς των γονιδίων μας που πηδούν από γενιά σε γενιά και είναι αυτά που έχουν την επιβίωσή τους ως αυτοσκοπό. Όχι εμείς. Εμείς είμαστε απλά το αποτέλεσμα και η πραγμάτωση του δικού τους εγωισμού. Και στην πορεία, είμαστε εγωιστές, αλτρουιστές, κοιτάμε το συμφέρον μας, θυσιαζόμαστε για το συνάνθρωπό μας, αγαπάμε, μισούμε, ζούμε. Είναι αυτή η πολυμορφία της συμπεριφοράς μας που γεννά τη δημιουργικότητα και την εξέλιξη.

Κι είναι αυτή η πολυχρωμία της ίδιας της εξέλιξης που πανηγυρίζει τον καπιταλισμό ως πεδίο δράσης. Όχι ο ατομικισμός του John Galt. Ο καπιταλισμός δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, ούτε προϋποθέτει ορθολογικούς ατομικιστές υπερήρωες. Όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Hayek στο Σύνταγμα της Ελευθερίας:
Το ιδανικό ότι θα πρέπει να επιτρέπεται σ’ ένα άτομο να επιδιώκει τους σκοπούς του συγχέεται σε μεγάλο βαθμό με την πεποίθηση ότι, αν αφεθεί ελεύθερο, το άτομο θα επιδιώξει – ή οφείλει να επιδιώξει – αποκλειστικά τους εγωιστικούς του στόχους. Η ελευθερία όμως να επιδιώκει ο καθένας τους δικούς του στόχους είναι εξίσου σημαντική για το αλτρουιστικό άτομο, στου οποίου την κλίμακα αξιών οι ανάγκες των άλλων ανθρώπων κατέχουν πολύ υψηλή θέση, όσο τουλάχιστον και για τον οποιονδήποτε εγωιστή. 
Δεν θέλω όμως να υποτιμήσω τον ενθουσιασμό της Ραντ. Έχει δίκιο όταν πιστεύει ότι ο καπιταλισμός είναι το μόνο σύστημα που αξίζει σε ελεύθερους ανθρώπους.
Πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι άνθρωποι μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο, όχι ως θύματα κι εκτελεστές, ούτε ως αφεντικά και δούλοι, αλλά ως έμποροι, που συναλλάσσονται ελεύθερα με στόχο το αμοιβαίο όφελος. Είναι ένα σύστημα όπου κανείς δεν αποκτά αξία από τους άλλους καταφεύγοντας στη φυσική βία, και κανείς δεν μπορεί να ασκήσει φυσική βία εναντίων άλλων.
Μόνο που ο πραγματικός κόσμος είναι λιγάκι πιο περίπλοκος από τις επίπεδες φιγούρες του Άτλαντα. Κι είναι μάλλον και αρκετά πιο ανεκτικός στις εσωτερικές συγκρούσεις και τις αντιφάσεις των πρωταγωνιστών του.

Πολιτικός ακτιβισμός

Η αξία του ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ δεν βρίσκεται σίγουρα στο χώρο της αισθητικής. Φιλοσοφικά δε, κινείται μεταξύ της υπεραπλούστευσης και της μονοτονίας. Αν έχει όντως κάτι να προσφέρει στο χώρο των γραμμάτων, και σίγουρα έχει, είναι ο ρόλος του ως πράξη πολιτικού ακτιβισμού. Με το έργο αυτό, η Ραντ στρέφεται ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής της, βρίσκεται παντελώς εκτός των καλλιτεχνικών ρευμάτων που κυριαρχούσαν γύρω της (τα οποία και θεωρεί παρακμιακά) και δημιουργεί το δικό της επαναστατικό λεξικό. Πιστή στο φιλοσοφικό της πρόγραμμα, χρησιμοποιεί το μυθιστόρημα ως «επιλεκτική αναδημιουργία της πραγματικότητας» σύμφωνα με τις δικές της «μεταφυσικές αξίες και κρίσεις». Και σε αυτό δύσκολα μπορεί κανείς να της αρνηθεί την επιτυχία. Μπορεί να μην κατάφερε να κατασκευάσει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, κατάφερε όμως να εξοργίσει και τα δύο πολιτικά άκρα: τη Δεξιά λόγω της αποστροφής της προς τη θρησκευτική πίστη και τον συντηρητισμό, και την Αριστερά λόγω της εναντίωσής της σε κάθε είδους κρατισμό και παρεμβατικότητα. Κι αυτό δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο επίτευγμα.

Η Άυν Ραντ είναι η αναπόφευκτη ηρωίδα κάθε φιλελεύθερου στην πρώτη φάση της πολιτικής μεταεφηβείας του. (Η εφηβεία μας στοιχειώνεται συχνά, πολύ συχνότερα από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε, από την απλοϊκότητα του μαρξισμού.) Στρυφνή διευθύντρια στο σχολείο των φιλελεύθερων ιδεών, αυστηρή μετρέσα στο μπουντουάρ της καπιταλιστικής παράδοσης, πληθωρική δασκάλα της άκαμπτης ηθικής του Εγώ. Ωστόσο, όταν κανείς καταφέρει να ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του μια κάποια ωριμότητα σκέψης, ή την ψευδαίσθησή της αν προτιμάτε, το πάθος για τη Ραντ εύκολα ξεθωριάζει και καταντά απλή ανάμνηση μιας αλλόκοτης παιδικής αφέλειας. Δημιούργημα της εποχής των μεγάλων απλουστεύσεων, ο αντικειμενισμός είναι η σύγχρονη παιδική ασθένεια του φιλελευθερισμού.
Read More...