Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Η χαμένη γλώσσα του Μπαστιά

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Η Σπασμένη Τζαμαρία', του Frederic Bastiat, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal

Απέφευγα για χρόνια τα κείμενα του Μπαστιά. Το ότι η δημοσιογραφική του διάνοια είχε καταντήσει προπαγανδιστικό εργαλείο της πιο στενόμυαλης εκδοχής της αμερικανικής Δεξιάς, με κρατούσε σε μια επιφυλακτική απόσταση από το έργο του. Έβλεπα τους παλαβούς του αμερικανικού Νότου (που ο δήθεν φιλελευθερισμός τους δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από το επίπεδο ενός πρωτόγονου αντικρατισμού) να εκθειάζουν το έργο του Μπαστιά, κι έστρεφα ενστικτωδώς το βλέμμα μου αλλού. Κάθε αναφορά στον Μπαστιά θύμιζε πολύ έντονα την ακαμψία του Ρον Πωλ για να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Κι όμως. Η ανόητη αυτή επιφυλακτικότητά μου μού είχε στερήσει την επαφή με έναν εκπληκτικό εκλαϊκευτή της οικονομικής σκέψης της εποχής του κι έναν από τους πιο ευφάνταστους δοκιμιογράφους της φιλελεύθερης παράδοσης.
Read More...

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Χίτσενς – Πριν το τέλος

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Πριν το Τέλος', του Christopher Hitchens, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal

“Oh, but you who philosophize disgrace and criticize all fears
Bury the rag deep in your face
For now's the time for your tears”
από το τραγούδι The Lonesome Death of Hattie Carroll του Bob Dylan

Σε ένα κείμενό του στο μηνιαίο περιοδικό The Atlantic[1], έγραφε για τον αγαπημένο του συγγραφέα, τον Τζωρτζ Όργουελ ότι ακόμη και καθώς πέθαινε συνέχιζε να παλεύει με την τελευταία του βιβλιοκριτική. Η ζωή του ελεύθερου βιβλιοκριτικού δεν του επέτρεπε να σταματήσει ούτε στιγμή. Η περίπτωση του ίδιου του Χίτσενς είναι λιγάκι διαφορετική. Τις τελευταίες δεκαετίες, και μετά από μια σειρά εμπορικές επιτυχίες (όπως το ‘Ο Θεός δεν είναι μεγάλος’ και η αυτοβιογραφία του ‘Hitch-22’), η ζωή του Χίτσενς δεν εξαρτιότανε πια οικονομικά από την αρθρογραφία. Η ζωή του Χίτσενς όμως ήταν το γράψιμο, το δοκίμιο, η δημοσιογραφία. Ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε να ζει, κι ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο που θα μπορούσε να πεθάνει.
Read More...

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Η ιστορία της Δύναμης

Leave a Comment
Βιβλιοκριτική του 'Merchant, Soldier, Sage: A New History of Power'. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal - Τεύχος 31, Μάιος 2013)

“Time present and time past
Are both perhaps present in time future,
And time future contained in time past.”
από το ποίημα BURNT NORTON του T.S. Eliot

Δεν είναι υποθέτω εύκολο στον ιστορικό να σταθεί μπροστά στο υλικό του, το παρελθόν μας, και να μην παρασυρθεί από την προσδοκία της μεγάλης αφήγησης. Εκεί, ανάμεσα στα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα της ιστορίας μας, βρίσκεται κρυμμένη αυτή η μεγάλη ενοποιητική θεωρία που εξηγεί την πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού και περιμένει την ανακάλυψή της. Αυτή είναι χαμένη Ατλαντίδα της πολιτικής λογοτεχνίας: Ο πιο συνετός Άνταμ Σμιθ, περιορίζεται στη μεταφυσική επίκληση του ‘αόρατου χεριού’. Ο Μαρξ καταφεύγει στην υπεραπλούστευση της οικονομικής ερμηνείας της ιστορίας, με την πάλη των τάξεων να καθορίζει την εξέλιξή της. Ο Βέμπερ καταγράφει την ιστορία ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης οικονομικών, ιδεολογικών και πολιτικών δικτύων.
Read More...

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Η επιδίωξη της ευτυχίας και ο μύθος της προόδου

Leave a Comment

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books' Journal - Τεύχος 30, Απρίλιος 2013)

“ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδὲν χρείαν ἔχω, καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός» Απ. 3:17


‘Η Σιωπή των Ζώων – Περί Προόδου και άλλων μοντέρνων μύθων’, είναι πιθανά ένα από τα πιο καλαίσθητα κείμενα της σύγχρονης πολιτικής λογοτεχνίας. Δεν υπάρχουν επιχειρήματα, έννοιες ή μετρήσιμα μεγέθη. Το κείμενο δεν είναι γραμμένο για να πείσει των αναγνώστη, αλλά για να τον παρασύρει σε μια δαιδαλώδη διαδρομή στη βιβλιοθήκη του συγγραφέα, τις αγαπημένες τους μυθοπλασίες και τους πιο σκοτεινούς του εφιάλτες. Ο Τζον Γκρέι, με την αριστουργηματική γραφή του, κάτι μεταξύ ποιητικής εξομολόγησης και φιλοσοφικού δοκιμίου, προτιμά να εξερευνήσει το χώρο των ιδεών του κατασκευάζοντας ένα μωσαϊκό από στοχασμούς, μυθιστορηματικούς ήρωες, βιογραφικά ανέκδοτα, αποσπάσματα και διηγήσεις.
Read More...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Absolute Politics με το Δημήτρη Σκάλκο

Leave a Comment
Στην εκπομπή Absolute Politics, στο ιντερνετικό AmagiRadio, με το φίλο μου Δημήτρη Σκάλκο: συζητάμε για βιβλία και ιδέες - τις μόνιμες εμμονές μας.

(Εμφανίζομαι περίπου 30 λεπτά πριν από το τέλος.)
Read More...

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Η Εταιρεία: ο σημαντικότερος θεσμός στον κόσμο

Leave a Comment

Σχόλιο για το βιβλίο ‘Η εταιρεία’, των Τζον Μικλεθουέιτ, Αντριάν Γούλντριτζ. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 25, Νοέμβριος 2012)

Ο Τόπος

Σκούρα κοστούμια, γκρίζα πουκάμισα, μονόχρωμες γραβάτες, μικρή βαλίτσα (που μπορεί να περάσει με ταχύτητα τον έλεγχο αποσκευών, αλλά και να χωράει αλλαξιές τριών ημερών τουλάχιστο). Με το iPod να τους προστατεύει από την ανεξέλεγκτα ακαθόριστη φωνή του Κόσμου, έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο φορητό τους υπολογιστή. Ο δικός τους κόσμος είναι ο κόσμος της αλληλογραφίας που πρέπει να απαντηθεί πριν από την επόμενη πτήση, της παρουσίασης που θα έπρεπε να είναι ήδη έτοιμη, της συμφωνίας που δεν λέει να κλείσει, της ανάλυσης που πρέπει να μεταφραστεί σε κάποια παράξενη γλώσσα.
Read More...

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Lincoln

Leave a Comment
Τον ερχόμενο Ιανουάριο βγαίνει στους κινηματογράφους η καινούρια ταινία του Steven Spielberg, Lincoln. Όποια κι αν είναι η άποψη που μπορεί να έχει κανείς για τον ίδιο και το έργο του, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την τεράστια επιρροή του στην εξέλιξη της πολιτικής ζωής στις ΗΠΑ. Αλλά και γενικότερα στην εξέλιξη της πολιτικής ζωής του Δυτικού κόσμου.

Αξίζει, πριν δούμε την ταινία του Spielberg, να διαβάσουμε το εξαιρετικό μυθιστόρημα/βιογραφία του Gore Vidal, Lincoln. Σίγουρα μια από τις καλύτερες πολιτικές βιογραφίες που έχουν ποτέ κυκλοφορήσει. (Εγώ πάντως το διάβασα μέσα σε 4 ημέρες χωρίς να μπορώ να σηκώσω κεφάλι.)

Για τους φίλους της scifi λογοτεχνίας, διασκεδαστικό είναι και το Abraham Lincoln: Vampire Hunter, του Seth Grahame-Smith. (Αν και η ταινία με τον ίδιο τίτλο ήταν παντελώς αποτυχημένη, βαρετή και, σε κάποια σημεία, απλώς αστεία.)
Read More...

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τζόζεφ, όπως Τζόζεφ Κόνραντ – Άντον, όπως Άντον Τσέχωφ

Leave a Comment


Σχόλιο για το βιβλίο ‘Τζόζεφ Άντον’, του Σαλμάν Ρουσντί. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 24, Οκτώβριος 2012)

Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που περνάει από το μυαλό του όταν μαθαίνει ότι ένας φανατικός θρησκευτικός ηγέτης τον είχε καταδικάσει σε θάνατο; «Είμαι νεκρός. Αναρωτήθηκε πόσες μέρες τού απέμεναν να ζήσει και σκέφτηκε πως η απάντηση πιθανότατα ήταν κάποιος μονοψήφιος αριθμός.» Το ασυγχώρητο έγκλημά του είναι η συγγραφή ενός βιβλίου. Λέξεις στο χαρτί. Τίποτα περισσότερο. Ένα μυθιστόρημα που ο αυτόκλητος δικαστής του δεν είχε πιθανά καν διαβάσει. Και βλέπει τον κόσμο του να «καταρρέει ολόγυρά του» και να περνά τα επόμενα εννιά χρόνια της ζωής του κυνηγημένος από παρανοϊκούς δολοφόνους και οργισμένα πλήθη. 

14 Φεβρουαρίου 1989: Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης του Ιράν, καταδικάζει τον Σαλμάν Ρούσντι σε θάνατο:
«Ενημερώνω τον περήφανο μουσουλμανικό λαό όλου του κόσμου ότι ο συγγραφέας του βιβλίου των Σατανικών Στίχων, το οποίο είναι εναντίον του Ισλάμ, του Προφήτη και του Κορανίου, καθώς και όσοι συμμετείχαν στην έκδοσή του και γνωρίζουν το περιεχόμενό του, καταδικάζονται σε θάνατο. Ζητώ από όλους τους μουσουλμάνους να τους εκτελέσουν όπου τους βρουν.»

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που όταν αποφασίζει να γράψει γι αυτή την περίοδο της ζωής του αναζητά κάποια απόσταση ασφαλείας. Το ‘Τζόζεφ Άντον’ είναι η ιστορία του Σαλμάν Ρουστί γραμμένη από τον ίδιο σε τρίτο πρόσωπο, ως κάτι που έχει συμβεί σε κάποιον άλλο. Ως μια αλλόκοτη ιστορία φαντασίας για έναν συγγραφέα που ένα του μυθιστόρημα προκαλεί την οργή του αρχηγού μιας θρησκευτικής σέχτας, οδηγεί τον ίδιο σε μια ζωή κινητής εξορίας και περισσότερους από πενήντα συνανθρώπους του στο θάνατο. 

Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να περιορίζεται στο βολικό λόγο – το λόγο που χαϊδεύει τα πλήθη και χειροκροτείται από τις πλειοψηφίες. Αυτός ο λόγος δεν χρειάζεται την προστασία μας. Ξεχνάμε ότι η ελευθερία της έκφρασης έχει νόημα μονάχα αν περιλαμβάνει και το λόγο που προσβάλει, το λόγο που ξεπερνά τις αντοχές μας. Αν η προσβολή κάποιας ομάδας, με οποιοδήποτε πρόσχημα, θεωρηθεί αρκετή ώστε να οδηγήσει στον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, τότε κανένας λόγος δεν μπορεί να επιβιώσει. Δεν υπάρχει τίποτα απολύτως (τίποτα που να έχει κάποια σημασία τουλάχιστο) που να μην προσβάλει τις απόψεις, τις ιδέες ή τα πιστεύω κάποιου ανθρώπου, ή κάποιας ομάδας. Αν επιτρέπαμε όμως στην «προσβολή» να καθορίσει τα όρια της έκφρασής μας, πολύ σύντομα θα έπρεπε να αποχαιρετίσουμε κάθε μορφή τέχνης, κάθε είδους επιστήμη, κάθε ελπίδα διαλόγου.

Ο Μίλαν Κούντερα έγραφε παλαιότερα ότι «από την όλη θλιβερή ιστορία το πιο θλιβερό δεν είναι η ετυμηγορία του Χομεϊνί (που απορρέει από μιαν αποτρόπαιη αλλά συνεπή λογική), είναι η ανικανότητα της Ευρώπης να υπερασπιστεί και να εξηγήσει (να εξηγήσει υπομονετικά στον εαυτό της και στους άλλους) την κατεξοχήν, ευρωπαϊκή τέχνη, την τέχνη του μυθιστορήματος• μ’ άλλα λόγια, να εξηγήσει και να υπερασπιστεί τον δικό της πολιτισμό. Τα ‘τέκνα του μυθιστορήματος’ εγκατέλειψαν την τέχνη που τα διαμόρφωσε. Η Ευρώπη, η ‘κοινωνία του μυθιστορήματος’, εγκατέλειψε η ίδια τον εαυτό της.» 

Όπως κι ο Κούντερα, ο Ρουσντί δεν εντυπωσιάζεται τόσο από τη στάση της «ομάδας του Θεού», ή τη μανία του πλήθους που την ακολουθεί, όσο από τον σχετικιστικό κυνισμό των συναδέλφων του. («Εξίσου καταθλιπτικές με την ισλαμική εκστρατεία ήταν οι επιθέσεις από τα αριστερά.») Το έργο του μετατρέπεται σε «προσβολή» κι ο Ρουσντί μεταμορφώνεται σε σατανικό προβοκάτορα που στρέφεται ενάντια στο μουσουλμανικό λαό. 
«Του πήρε περισσότερα από τέσσερα χρόνια για να γράψει το βιβλίο. Αργότερα, όταν κάποιοι επιχείρησαν να το υποβιβάσουν στο επίπεδο μιας «προσβολής», εκείνος ήθελε να απαντήσει, Μπορώ να προσβάλω μέσα σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Όμως δεν προκάλεσε εντύπωση στους αντίπαλούς του το γεγονός ότι ένας σοβαρός συγγραφέας θα διέθετε το ένα δέκατο της ζωής του δημιουργώντας κάτι τόσο χοντροκομμένο όσο μια προσβολή. Αυτό συνέβη επειδή αρνούταν να τον θεωρήσουν σοβαρό συγγραφέα. Προκειμένου να επιτεθούν στον ίδιο και στο έργο του, ήταν απαραίτητο να τον παρουσιάσουν σαν έναν κακό άνθρωπο, έναν αποστάτη, έναν προδότη, έναν ανέντιμο κυνηγό φήμης και πλούτου, έναν οπορτουνιστή με ανάξιο λόγου έργο, έναν άνθρωπο που είχε «επιτεθεί στο Ισλάμ» με μόνο στόχο το προσωπικό όφελος. Αυτό ήταν το νόημα της συχνά επαναλαμβανόμενης φράσης: Το έκανε εσκεμμένα. 
Μα εννοείται ότι το έκανε εσκεμμένα. Πως θα μπορούσε να γράψει κανείς διακόσιες πενήντα χιλιάδες λέξεις τυχαία;»

Με την ιστορία των Σατανικών Στίχων επιτρέψαμε να παρασυρθούμε σε μια περιπέτεια χωρίς ορατό τέλος. Πριν από λίγα χρόνια, η όλη παράνοια της «προσβολής» επαναλήφθηκε με αφορμή τα λεγόμενα «σκίτσα του Μωάμεθ». Σήμερα, ζούμε τον παραλογισμό της θρησκευτικής βίας να κλιμακώνεται ξανά με αφορμή μια κακοφτιαγμένη ταινία στο youtube. Μια ταινία που θα περνούσε παντελώς απαρατήρητη αν δεν την είχε φέρει στην επιφάνεια ο δήθεν εξοργισμένος όχλος με τη δολοφονική του μανία. Κάθε φορά που κάποιος σηκώσει την κάρτα της «προσβολής», κρυβόμαστε μουδιασμένα πίσω από την ασφάλεια του σχετικισμού: για κάποιον παράξενο λόγο, δεν ευθύνεται ο παρανοϊκός δολοφόνος, αλλά αυτός που πρόσβαλε τα ευαίσθητα αισθήματά του.  

20 Σεπτεμβρίου 2012: η εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, με αφορμή την έκδοση του ‘Τζόζεφ Άντον’, φαίνεται να επιμένει ότι η ιστορία των Σατανικών Στίχων δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα διαφημιστικό κόλπο του οπορτουνιστή Ρουσντί. 
«έβλεπε τη φήμη αλλά και τις μετοχές του στο εκδοτικό χρηματιστήριο και τη βιομηχανία του θεάματος να εκτινάσσονται σε ύψη που ούτε είχε φανταστεί. Αναμφίβολα φοβήθηκε, ένιωσε την ανασφάλεια του διωγμού, έζησε μια περιπέτεια, αυτή που περιγράφει αρκούντως γλαφυρά στο ανά χείρας αυτοβιογραφικό βιβλίο του. Ωστόσο, ήταν ο άνθρωπος που "βρέθηκε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή", καθώς κατόρθωσε να μετατρέψει εκείνον τον απειλητικό φετφά σε "πρώτο λαχνό" του λαχείου. [...] Κατά "σατανική" σύμπτωση το βιβλίο του Ρούσντι κυκλοφορεί την ώρα που ο αραβικός και μουσουλμανικός κόσμος εκφράζει την οργή του για μια ταινία που θεωρεί ότι προσβάλλει τη θρησκευτική του πίστη.»

Κατά «σατανική» όντως σύμπτωση, η αντίδραση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού παραμένει η ίδια κι ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται. Με μόνη αφορμή μερικές λέξεις στο χαρτί, μερικές εικόνες στο διαδίκτυο. Τίποτα περισσότερο. 

Κλίνοντας το ‘Τζόζεφ Άντον’, ο συγγραφέας αναρωτιέται αν η μάχη γύρω από τους Σατανικούς Στίχους είχε καταλήξει σε νίκη ή σε ήττα. «Η κυκλοφορία του βιβλίου δεν είχε εμποδιστεί, ούτε και ο συγγραφέας του εμποδιζόταν να γράφει, μα οι νεκροί δεν έπαυαν να είναι νεκροί – ενώ είχε δημιουργηθεί και ένα κλίμα φόβου που δυσκόλευε τη δημοσίευση βιβλίων όπως το δικό του ή ακόμη και τη συγγραφή τους.» Κι είναι αυτή ακριβώς η αμέλειά μας να αντιστρατευτούμε αυτό το «κλίμα φόβου» που δημιουργεί το χώρο της βίας. Ορίζοντας ως Βλασφημία το ‘κάποιος είπε κάτι που δεν μου άρεσε’, σπρώχνουμε τον πολιτισμό μας στην παρακμή της σιωπής. 

Υποπτεύομαι ότι ούτε κι ο Χομεϊνί περίμενε ότι η φετβά του θα οδηγούσε σε αυτή την απροσδόκητη επιτυχία: κανείς συγγραφέας δεν θα σταθεί πια μπροστά στο χαρτί χωρίς να έχει στο μυαλό του την απειλή της «προσβολής».

Read More...

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η κακή εστίαση του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Leave a Comment


Σχόλιο για το βιβλίο ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου. (Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 23, Σεπτέμβριος 2012)
Grace: What's the matter? You look strange.
Mel: I'm out of focus. 


From the movie ‘Deconstructing Harry’ by Woody Allen

Η φιλελεύθερη βιβλιοθήκη στη γλώσσα μας είναι τόσο περιορισμένη που θα έπρεπε κανείς να είναι ευγνώμων για κάθε νέο βιβλίο που κυκλοφορεί και τολμά να φέρει στον τίτλο του κάποιο παράγωγο της λέξης ‘Φιλελευθερισμός’. (Ακολουθώντας μάλλον και τη γενικότερη απήχηση των φιλελεύθερων ιδεών στη χώρα μας, η βιβλιοπαραγωγή στο χώρο είναι κι αυτή εγκλωβισμένη σε μοναχικές προσπάθειες μερικών διανοούμενων.) Όταν λοιπόν έχουμε ένα τέτοιο βιβλίο στα χέρια μας, η όποια αστοχία του συγγραφέα έχει πολύ μικρότερη σημασία μπροστά στο ευχάριστο φαινόμενο της μιας ακόμη φωνής στη συζήτηση, των μερικών ακόμη σελίδων πολιτικού φετίχ.

Το «Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ έχει τον προφανή στόχο να εισάγει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο ένα νέο πολιτικό ρεύμα (αυτό του κοινωνικού φιλελευθερισμού), και να σχεδιάσει ίσως και μια συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα για το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Διαβάζοντας ωστόσο το βιβλίο, δεν είμαι βέβαιος ότι ξεκαθαρίζεται επαρκώς η ιδεολογική εικόνα της εγχώριας κεντροδεξιάς. Αυτό που, αναπάντεχα, όντως απαντιέται είναι το πώς αντιλαμβάνεται ένας μετριοπαθής συντηρητικός πολιτικός τις ιδέες της φιλελεύθερης παράδοσης: τα τέσσαρα πρώτα κεφάλαια αποτελούν μια εξιστόρηση, από την φιλοσοφική οπτική του συγγραφέα, της εξέλιξης των φιλελεύθερων ιδεών. Κι είναι μονάχα στο πέμπτο, και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου συναντάμε ένα σκίτσο της έννοιας ‘κοινωνικός φιλελευθερισμός’.

Το ότι ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός παραμένει έννοια περισσότερο ευέλικτη από ότι μπορεί να ανεχθεί η πολιτική σαφήνεια, δεν είναι πιθανά ευθύνη του συγγραφέα. (Αν βέβαια ο όρος Κοινωνικός Φιλελευθερισμός επιχειρεί να αποδώσει στα ελληνικά τον όρο Social Liberalism, που εκπροσωπείται από την Ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά και ταυτίζεται σχεδόν με τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, τότε τα προβλήματα του κειμένου ξεπερνούν το θεωρητικό επίπεδο. Η ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας, αντί να αποκτήσει συνεκτική μορφή, γίνεται ακόμη πιο ασαφής.) Μετά από δεκαετίες περιπλάνησης στο θολό τοπίο του ‘μεσαίου χώρου’, δεν επαρκεί ένας νέος πολιτικός όρος για να αποκτήσει μια πολιτική παράταξη πολιτική κατεύθυνση και φιλοσοφικό βάθος. Άλλωστε, είναι έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα δύσκολο να περιγράψεις μια έννοια. Πόσο μάλλον όταν η έννοια αυτή είναι παντελώς κενή περιεχομένου.

Το πολιτικό «μείγμα» του Κοινωνικού Φιλελευθερισμού

Από τον πρόλογο ήδη αρχίζει να γίνεται φανερή η δυσκολία του συγγραφέα. Τον πρόλογο υπογράφει ο ίδιος ο πρόεδρος της Ν.Δ. Αντώνης Σαμαράς, δίνοντας τον τόνο και του υπόλοιπου κειμένου: «Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι ένα σύστημα ιδεών, το οποίο στηρίζεται στις εξής αξίες: ελευθερία, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, πατρίδα, δημοκρατία, ασφάλεια, δημιουργικότητα.» Ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός (όπως τον ορίζει ο κ. Σαμαράς πάντα) μοιράζεται δηλαδή τις αξίες του με όλα σχεδόν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Αδυνατώ να φανταστώ κάποιο πολιτικό φορέα, σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης τουλάχιστο, που θα δήλωνε ότι είναι ενάντια σε κάποια από αυτές τις «αξίες». Αν όμως ένα «σύστημα ιδεών» ορίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να περιλαμβάνει τα πάντα, είναι καταδικασμένο να μην περιλαμβάνει τίποτα.

Ο Martin Amis, σε μια από τις πιο κομψές περιγραφές της λογοτεχνίας, ισχυρίζεται ότι το γράψιμο – σε όλες τις μορφές του - είναι μια «εκστρατεία κατά των κλισέ». Στην πολιτική  λογοτεχνία, όπου ο πειρασμός της υπεραπλούστευσης είναι από τη φύση του είδους αναπόφευκτος, θα έπρεπε να είμαστε ακόμη πιο αυστηροί. Κι η δυσκολία να καλυφθεί το κριτήριο της αποφυγής των κλισέ, δεν περιορίζεται δυστυχώς στον πρόλογο. Το ίδιο το κείμενο ξεκινάει ως εξής:
«Ο φιλελευθερισμός στην βαθύτερη ουσία του είναι σκέψη χωρίς δόγμα. Είναι ένας τρόπος ζωής.»

Σε έναν πολιτισμό που έχει συνηθίζει να ερμηνεύει τις ιδεολογίες συναισθηματικά, δεν είναι παράλογο να ελπίζουμε ότι θα πάψουμε κάποτε να καταφεύγουμε σε ενστικτώδεις ερμηνείες των πολιτικών ιδεών. Τα ιδεολογικά ρεύματα δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολιτικές παραδόσεις που συνδέονται στο χρόνο από ένα σύνολο (συνεκτικών στην καλύτερη περίπτωση, αντικρουόμενων συχνότερα από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε) φιλοσοφικών αρχών και ιδεών. Ο φιλελευθερισμός είναι «σκέψη χωρίς δόγμα», όσο ο σοσιαλισμός είναι «αλληλεγγύη», ή ο κομουνισμός είναι «αγάπη». Είναι πολύ βαρετή η ιδέα ότι μια ολόκληρη παράδοση μπορεί να μετατραπεί στην ευκολία του «τρόπος ζωής».

Ναι μεν, αλλά...

Πολύ φοβάμαι ότι και το υπόλοιπο κείμενο συνεχίζει στην ίδια γραμμή σκέψης. Διαβάζουμε παρακάτω ότι ο φιλελευθερισμός βασίζεται στην αρχή της μεσότητας:
«[...] οι απώτερες καταβολές της φιλελεύθερης προβληματικής στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία μπορούν πράγματι να ανιχνευτούν στην πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης, εισάγοντας την έννοια της μεσότητας ως ηθικής κατηγορίας που κινείται ανάμεσα στην έλλειψη και στην υπερβολή και η οποία στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται ως η ηθική αρετή της δικαιοσύνης, δηλαδή της δίκαιης κατανομής της πολιτικής εξουσίας και των κοινωνικών αγαθών, είναι εκείνος που έθεσε ουσιαστικά τις βάσεις γι’ αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα από τα συστατικά στοιχεία της νεότερης και σύγχρονης φιλελεύθερης προβληματικής: Την απόρριψη δηλαδή των κάθε μορφής ακροτήτων και την υιοθέτηση του μέτρου ως γνώμονα για την αντιμετώπιση των κάθε είδους πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων.»

Κάποιες φορές ίσως, σε κάποιες χώρες του κόσμου, η φιλελεύθερη επιλογή θα μπορούσε να συμβαδίσει με τη μεσότητα. Δυστυχώς, όχι πολύ συχνά. Είναι όμως λάθος να ταυτίσουμε τη «φιλελεύθερη προβληματική» με το υποθετικό πολιτικό κέντρο. Είναι προφανές ότι στο σημερινό Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, τη Βόρεια Κορέα, ο φιλελευθερισμός αποτελεί ριζοσπαστική και ακραία επιλογή. Ποια είναι η οδός της μεσότητας ανάμεσα σε δύο, ή περισσότερες, βαρβαρότητες; Δεν είναι νομίζω παράλογος ο ισχυρισμός ότι αν οι πολιτικές μας επιλογές διαμορφώνονται ως στατιστικά μεγέθη, τότε αναγκαστικά καθορίζονται από την ισχύ των άκρων. Ο Αριστοτέλης, όπως τον ερμηνεύει ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’, είχε άδικο. Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του.

Δεν χρειάζεται άλλωστε να στραφούμε σε άλλες χώρες, ή άλλες ιστορικές περιόδους, για να εντοπίσουμε κάποιο αντιπαράδειγμα στον ισχυρισμό της μεσότητας. Στη χώρα μας, εδώ και αρκετές δεκαετίες, η κυρίαρχη ιδεολογία υπήρξε αυτή του κρατισμού, καθώς και της αντιπάθειας για την ελεύθερη αγορά και την κάθε είδους επιχειρηματικότητα. Όπως κι αν ερμηνεύσει κανείς την έννοια της μεσότητας, δύσκολα θα ξεφύγει από το φάσμα του κρατισμού. Όταν, για παράδειγμα, η επιλογή είναι ο σεβασμός, ή όχι, της ελευθερίας της έκφρασης, ή της διαφορετικότητας, ή του διαχωρισμού εκκλησίας και πολιτείας, η αρχή της μεσότητας δεν είναι πολύ χρήσιμη ως πολιτικό εργαλείο. Ούτε μπορεί προφανώς να καθοδηγήσει τη φιλελεύθερη επιλογή.

Think locally, act locally

Σημειώνω την παρακάτω φράση γιατί επιβεβαιώνει τις ανησυχίες μου περί της εφαρμογής της αρχής της μεσότητας στα όρια των τοπικών μας στρεβλώσεων:
«Στα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να απαντήσουν ιδεολογικές συνταγές, που επιχειρούν την εφαρμογή προτύπων που λειτουργούν σε διαφορετικά κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς, όσο κι αν αυτές γίνεται προσπάθεια να εμφανιστούν ως πανάκεια ή μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας»

Γνωστή και ως υπόθεση του Dahrendorf, η ιδέα της τοπικής προσαρμογής ισχυρίζεται ότι δεν μπορούν να υπάρξουν πολιτικές, οπότε και πολιτικές θεωρίες, που μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε μέρος της γης. Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζουν η «παραδοσιακή» οικονομική επιστήμη, θα πρέπει να αναζητούμε πολιτικές και θεωρίες που λειτουργούν στα δικά μας «κοινωνικοπολιτιστικά πλαίσια αναφοράς». Να αγνοήσουμε δηλαδή τις αρχές και τις επιλογές της φιλελεύθερης παράδοσης, και να κατασκευάσουμε κάτι που θα ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του τοπικού μας πολιτισμού. Να είμαστε δηλαδή έτοιμοι να συμβιβαστούμε με κάθε τοπική στρέβλωση για να μην θεωρηθεί ότι ακολουθούμε ξενόφερτες «μονοδρομικές λύσεις σωτηρίας». Έτσι κάπως ορίζει ο Μίλαν Κούντερα τον επαρχιωτισμό: «Σαν ανικανότητα (ή άρνηση) να αντιμετωπίσει κανείς την κουλτούρα του στο μεγάλο πλαίσιο.»

Σε κάποιο βαθμό, σίγουρα μπορούν να υπάρξουν προσαρμογές των πολιτικών θεωριών σε τοπικό επίπεδο. Η μορφή και ο ρυθμός των όποιων μεταρρυθμίσεων δεν μπορούν να αγνοούν τις κυρίαρχες πολιτικές τάσεις. Κι είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχουν κανενός είδους «λύσεις σωτηρίας» - όχι φιλελεύθερες πάντως. Αν όμως αφαιρέσουμε από το φιλελευθερισμό καθετί που δεν χωρά στο τοπικό μας «πλαίσιο αναφοράς», τι απομένει; Τίποτα περισσότερο, φοβάμαι, από την αδυναμία των συντηρητικών πολιτικών να συγκρούονται με το παρελθόν, με τις οργανωμένες μειοψηφίες, με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Οι πολιτικές τάσεις σε έναν τόπο δεν είναι ποτέ στάσιμες. Αυτό που πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε αυτονόητο και αυταπόδειχτο, σήμερα είναι παράξενο και ξεπερασμένο. Αυτό που θεωρούσαμε ως το απόλυτο ταμπού, σήμερα συζητιέται ως ρεαλιστική επιλογή. Είναι στη φύση του συντηρητικού πολιτικού να προσαρμόζεται στα «πλαίσια αναφοράς» της εποχής και να είναι επιφυλακτικός σε κάθε ριζοσπαστική αλλαγή. Αν επιμείνουμε ωστόσο στην αρχή της τοπικής προσαρμογής, επιστρέφουμε στον ίδιο κίνδυνο (που αναφέρουμε και πιο πάνω): Όσο πιο υπερβολική, εξωφρενική, ηχηρή, είναι η φωνή κάποιου άκρου, τόσο μετατίθεται το «μέτρο» στην πλευρά του. Τόσο το τοπικό «πλαίσιο αναφοράς» καθορίζεται ακριβώς από αυτά τα άκρα και όχι από τις αρχές της όποιας πολιτικής θεωρίας. Έτσι, δεν θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση όταν η κατεύθυνση των συντηρητικών πολιτικών στη χώρα μας εξαρτάται άμεσα από την ισχύ των ιδεών της Αριστεράς.

Τίποτα χειρότερο από το νεοφιλελευθερισμό

Γι αυτό και στο μόνο σημείο που είναι απολύτως ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ‘Κοινωνικός Φιλελευθερισμός’ είναι η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού:
“[…] η εφαρμογή στην πράξη των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων σε πολλά σημεία της κάθε άλλο παρά επαλήθευσε τις σχεδόν δογματικά αισιόδοξες διαβεβαιώσεις των εισηγητών τους. [...] Αντίθετα, οι παρενέργειες των επιλογών τους υπήρξαν ορατές στο κοινωνικό πεδίο με την αύξηση της εισοδηματικής ανισοκατανομής και την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, που προκάλεσε η δραστική σε πολλές περιπτώσεις περικοπή των δαπανών του κράτους-πρόνοιας.»

Θα ήταν πολύ χρήσιμο αν βρίσκαμε στο κείμενο και παραδείγματα κάποιων από αυτές τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις που εφαρμόστηκαν στην πράξη με αυτά τα αποτελέσματα. Δεν κατάφερα να τις εντοπίσω. Αυτό που ο προφανώς υποθέτει ο συγγραφέας είναι ότι έχουμε ακούσει αυτές τις κατηγορίες τόσες πια φορές που η όποια συζήτηση είναι περιττή. Ο νεοφιλελευθερισμός αποκτά, ως πολιτική θεωρία, τη δυνατότητα να χωρέσει κάθε πτυχή του φιλελευθερισμού που ακούγεται ξένη ως προς τις τοπικές μας ιδιαιτερότητες ή ξεφεύγει από το υποτιθέμενο «μέτρο» του πολιτικού κέντρου. (Αυτό που μπερδεύει λιγάκι την ιστορία είναι ότι η έννοια νεοφιλελευθερισμός εμφανίστηκε αρχικά ως ταυτόσημη του social liberalism.)

Ο κατάλογος των νεοφιλελεύθερων διανοητών που διαβάζουμε καταφέρνει να χωρέσει όλες σχεδόν τις αποχρώσεις της φιλελεύθερης παράδοσης του προηγούμενου αιώνα: από τον Mises, τον Hayek και τον Friedman, μέχρι και τους Becker, Posner, Nozick, Coase, καθώς και τους αναρχοφιλελεύθερους Rothbard και David Friedman. Μέχρι και ο Adam Smith εμφανίζεται να είναι υπέρ του laissez faire και κατά της οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης. (Το ότι ο Adam Smith ουδέποτε χρησιμοποίησε αυτή τη φράση, ούτε και ήταν υπέρ της παντελώς αρρύθμιστης αγοράς, δεν έχει πιθανά κάποια σημασία.) Αντί αυτών, ο συγγραφέας μάς εμφανίζει ως φιλελεύθερο διανοητή, με εντυπωσιακή επιμονή, τον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας Valery Giscard d' Estang...

Ελευθερία ή ...

Εκεί που ο Κοινωνικός Φιλελευθερισμός φαίνεται να συμβαδίζει με αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει «παραδοσιακό φιλελευθερισμό» είναι η πίστη στην ελευθερία:
«Άρρηκτα συνυφασμένη προς την πρωταρχική αξία του ανθρώπου είναι για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό η αναγνώριση της θεμελιακής πρωταρχικότητας της ελευθερίας ως έννοιας σύμφυτης με αυτή την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου, ως δυνατότητας ατομικού αυτοκαθορισμού και ως δικαιώματος ανεμπόδιστων προσωπικών επιλογών μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας. [...] Η πίστη στην ελευθερία του ανθρώπου, ως πίστη στη μοναδικότητα, στην ιερότητα και στο ανεπανάληπτο της ανθρώπινης ύπαρξης, αποτελεί τον φραγμό σε κάθε απόπειρα υπαγωγής του ανθρώπου και της ελευθερίας του σε δήθεν ανώτερους σκοπούς.»

Όντως. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν μπορεί να υπάγεται σε οποιονδήποτε ανώτερο σκοπό. Κι ο συγγραφέας, σίγουρα στην καλύτερη παράγραφο του βιβλίου, δεν επιτρέπει παρερμηνείες ή εξαιρέσεις. Εκτός ίσως από την ιδέα του έθνους – το μόνιμο αστερίσκο της συντηρητικής σκέψης:
«Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει στην ιδέα του έθνους, καθώς αναγνωρίζει και δέχεται ότι το έθνος αποτελεί το φυσικό πλαίσιο της ζωής και δράσης του ανθρώπου και το βασικό πεδίο για την ανάπτυξη και την ανάδειξη των δημιουργικών δυνατοτήτων του, αφού καταξιώνει ηθικά, πολιτικά και πολιτιστικά τον άνθρωπο. Μακριά από το έθνος το άτομο αποκόπτεται από τις πολιτισμικές του ρίζες και δεν μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο του με συνείδηση της ιστορικής του αποστολής.»

Δεν έχουμε πια περιθώρια ψευδαισθήσεων. Αυτό που ονομάζει ο συγγραφέας ‘Κοινωνικό Φιλελευθερισμό’ δεν είναι τίποτα περισσότερο από την τρέχουσα συνέχεια του αμήχανου, αλλά και άκαρπου, φλερτ της κεντροδεξιάς με τις φιλελεύθερες ιδέες. Μια σύγχρονη εκδοχή του (μετριοπαθούς, αν θέλετε) συντηρητισμού, με ελαφρώς αλλαγμένο λεξιλόγιο.

Coda: Νέα Δημοκρατία

Η Νέα Δημοκρατία, από την ίδρυσή της, έχει δείξει μια αδυναμία να σταθεί στο χώρο των πολιτικών ιδεών. Είναι φυσικό τα μεγάλα κόμματα να επιζητούν την πολυσυλλεκτικότητα, να εξελίσσονται πολιτικά και, γιατί όχι, να αλλάζουν κατεύθυνση. Δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με τέτοια περίπτωση. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να είναι συνεπής στην άρνησή της να τοποθετηθεί ιδεολογικά.

Χωρίς να έχει κάνει δραματικές μετατοπίσεις από την ίδρυσή της, η Νέα Δημοκρατία καταφέρνει να παραμένει μια κακώς εστιασμένη πολιτική φωτογραφία. Ο ιδρυτής της, Κωνσταντίνος Καραμανλής, την τοποθέτησε ιδεολογικά στο χώρο του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού που «ευρίσκεται μεταξύ του παραδοσιακού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού σοσιαλισμού». Μετά τη σύντομη παρένθεση της ηγεσίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, και με πρόεδρο τον Μιλτιάδη Έβερτ, η Νέα Δημοκρατία αυτοορίζεται πλέον αρνητικά στο πολιτικό φάσμα: «Η Ν.Δ. δεν είναι κόμμα ούτε σοσιαλιστικό ούτε νεοφιλελεύθερο». Αργότερα, με πρόεδρο τον Κώστα Καραμανλή, ανακαλύπτει και το μεσαίο χώρο: «Όλοι μαζί εκφράζουμε τη σύγχρονη αντίληψη του κοινωνικού κέντρου.»

Τίποτα φυσικά από όλα αυτά δεν σημαίνει κάτι το συγκεκριμένο και θα ήταν μάλλον άδικο να περιμένουμε κάτι διαφορετικό από τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό.
Read More...

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Σε Ένα Πρόσωπο

Leave a Comment


Σχόλιο με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημα του Τζον Ίρβινγκ, ‘Σε Ένα Πρόσωπο’(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 22, Αύγουστος 2012)
“…with dreams, with drugs, with waking nightmares, alcohol and cock and endless balls”
Howl, Allen Ginsberg

Ο Τζορτζ Όργουελ κατηγορούσε τον Τσάρλς Ντίκενς ότι κάθε του «επίθεση στην κοινωνία» παραπέμπει πάντα «σε μια αλλαγή του πνεύματος κι όχι σε αλλαγή της δομής». Πίστευε ότι ο λογοτεχνικός τρόπος του Ντίκενς ήταν περιορισμένος στο μελόδραμα. Δεν είχε την ορμή του επαναστάτη που θέλει να αλλάξει τον κόσμο γύρω του, να φέρει τη Δικαιοσύνη, να εξοστρακίσει το Κακό. Ο Ντίκενς δεν χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία για να προωθήσει την πολιτική του ατζέντα. Το αντίθετο μάλλον. Χρησιμοποιεί την πολιτική ηθικοπλασία για να στηρίξει τις λογοτεχνικές του περιπλανήσεις: η κοινωνική κριτική γίνεται στο έργο του εργαλείο της λογοτεχνίας με μόνο στόχο να συγκινήσει, να ταράξει, να ελέγξει τη σκέψη και τα συναισθήματα του αναγνώστη, να κατευθύνει την προσοχή του.

Ίσως είχε δίκιο ο Όργουελ. Είχε όμως κι άδικο ταυτόχρονα. Όταν η λογοτεχνία καταφέρνει όντως να αλλάξει το πνεύμα, οι δομές ακολουθούν. Κι αν οι συναισθηματισμοί, οι υπεραπλουστεύσεις και οι υπερβολές γίνονται συχνά εμπόδιο στην εξέλιξη της συνείδησής μας ως σκεπτόμενοι πολίτες, υπάρχουν στιγμές (πολύ σπάνιες ομολογουμένως) που μπορούν να λειτουργήσουν ως θεμέλια ή γέφυρες ή καταλύτες. (Δεν είναι πιστεύω υπερβολή αν ισχυριστούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης τον προηγούμενο αιώνα σχηματίστηκε ως αντίδραση στην εικόνα της Βικτωριανής Αγγλίας στο έργο του Ντίκενς.)

Ο Τζον Ίρβινγκ, ακολουθώντας συνειδητά την παράδοση του Ντίκενς, χρησιμοποιεί κι αυτός απροκάλυπτα το μελόδραμα για να παρασύρει τον αναγνώστη και να χτίσει τις ιστορίες του. Γράφει μεγάλα, πολύπλοκα μυθιστορήματα, γεμάτα υπερβολές, συναισθηματικά φορτισμένα και πάντα με έντονη την τάση οι πρωταγωνιστές του να ξεφεύγουν από τα όρια του κανονικού. Κι όπου πολιτικές ιδέες βρίσκουν κάποιο πάτημα στο χώρο που αναπτύσσεται η ιστορία, ο ρόλος τους είναι σχεδόν πάντα περιθωριακός και λειτουργεί μονάχα ως εργαλείο για την πρόοδο της πλοκής. Αυτό που κυριαρχεί στις ιστορίες του Ίρβινγκ δεν είναι οι μεγάλες ιδέες, αλλά οι προσωπικές του εμμονές: ο πάντοτε απών βιολογικός πατέρας, οι αρκούδες, η Βιέννη, η Νέα Αγγλία, η αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητα, η Γερμανική γλώσσα, το επάγγελμα του συγγραφέα, το άθλημα της πάλης, τα τατουάζ. Ο κόσμος του έργου του είναι ο κόσμος των εμμονών του.

Ένας κόσμος που απλώνεται σε όλα του τα βιβλία και από τον οποίο δεν ξεφεύγει ούτε και το ‘Σε Ένα Πρόσωπο’ (In One Person), το τελευταίο μυθιστόρημά του. Με την εξαίρεση μάλλον των τατουάζ και της ‘αμφιλεγόμενης σεξουαλικότητας’. Στον αυτοβιογραφικό μονόλογο του Μπίλλυ Άμποττ, του πρωταγωνιστή του 13ου βιβλίου του Ίρβινγκ, δεν υπάρχει καμία αναφορά σε τατουάζ. Η σεξουαλική του ζωή δε, κάθε άλλο παρά αμφιλεγόμενη είναι: ο Μπίλλυ Άμποττ δεν έχει καμία αμφιβολία για τους πόθους του – του αρέσουν το ίδιο και οι άντρες και οι γυναίκες. Κι είναι αυτοί του οι πόθοι που τον καθορίζουν.

Σχεδόν εβδομήντα ετών, ο Μπίλλυ Άμποττ ξεκινά τη διήγηση της ζωής του μιλώντας για την κυρία Φροστ, τον μεγάλο του πόθο:
Αν και λέω σε όλους ότι έγινα συγγραφέας επειδή διάβασα κάποιο μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς στη διαμορφωτική ηλικία των δεκαπέντε, η αλήθεια είναι ότι ήμουν νεότερος όταν πρωτογνώρισα την κυρία Φροστ και φαντάστηκα ότι έκανα σεξ μαζί της, και ήταν κι αυτή η στιγμή της σεξουαλικής αφύπνισής μου που σημάδεψε την άτακτη γέννηση της φαντασίας μου.
Ο βιολογικός του πατέρας είναι άφαντος. Η μητέρα του δύστροπη, όπως και η αδερφή της, όπως και η μητέρα τους. Ο παππούς του είναι ερασιτέχνης ηθοποιός που ενσαρκώνει μόνο γυναικείους ρόλους επί σκηνής, με ειδικότητα στις γυναίκες του Ίψεν και του Σαίξπηρ. Τη στιγμή που η σεξουαλική του φαντασία ξυπνά, ο Μπίλλυ Άμποττ δεν γνωρίζει ακόμη ότι η αρκετά μεγαλύτερή του κυρία Φροστ είναι τρανσσέξουαλ. Κι όταν αργότερα το μαθαίνει, δεν του κάνει καθόλου εντύπωση, ούτε μειώνει τον πόθο του. Είναι ερωτευμένος ήδη με τον πατριό του, τη μητέρα ενός συμμαθητή του, καθώς και με τον πρωταθλητή πάλης της τάξης του. Η ζωή του είναι μια σειρά από έρωτες με «τους λάθος ανθρώπους».

Το ‘Σε Ένα Πρόσωπο’ είναι η προσωπική ιστορία του Μπίλλυ Άμποττ, αλλά και η ιστορία της σεξουαλικής διαφοροποίησης τον 20ο αιώνα. Μια ιστορία μικροπρέπειας, ανοησίας κι αδίστακτου καθωσπρεπισμού. Όσο επιστρέφω στην ιστορία του Μπίλλυ Άμποττ, τόσο εξοργίζομαι με την ιδέα ότι χρειάζεται ακόμη να συζητάμε για τα δικαιώματα συνανθρώπων μας που τυχαίνει να έχουν σεξουαλικές προτιμήσεις που διαφέρουν του μέσου όρου.

Τι κι αν κάποιος απολαμβάνει το πρωκτικό σεξ με συντρόφους διαφορετικού ή και του ίδιου φύλου; Τι κι αν κάποιος φορά γυναικεία ρούχα και προτιμά τις γυναίκες; Τι κι αν κάποιος φορά ανδρικά ρούχα και προτιμά τους άνδρες; Τι κι αν κάποιος, όπως ο Μπίλλυ Άμποττ, έλκεται από τα πέη και τα μικρά στήθη; Με ποιο κριτήριο γίνεται κανείς, λόγω των σεξουαλικών του προτιμήσεων, χειρότερος επαγγελματίας, λιγότερο ικανός γονιός, πολιτικός, δάσκαλος; (Αλήθεια, γνωρίζει κανείς κάποιον δάσκαλο που είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος;) Το φάσμα της ανθρώπινης σεξουαλικότητας είναι αρκετά πιο πλούσιο και πολύχρωμο από ότι μπορεί να φανταστεί ο σύγχρονος Σαούλ.

Ο Τζον Ίρβινγκ έγραψε με το ‘Σε Ένα Πρόσωπο’ το πρώτο του, άθελά του ίσως, καθαρά πολιτικό βιβλίο. Αν και η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη ζωή και τους πόθους του Μπίλλυ Άμποττ, η εικόνα που σχεδιάζει έχει στο επίκεντρό της το αίτημα της Ανεκτικότητας. Όπως λέει κι η κυρία Φροστ στο νεαρό Μπίλλυ: «Αγαπητό μου παιδί, σε παρακαλώ, μη μου βάζεις ταμπέλες. Μη με μετατρέπεις σε κατηγορία πριν καν με γνωρίσεις.»
Read More...

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

Λίστα ΙΙ: Τα βιβλία του καλοκαιριού

1 comment
Οι καλοκαιρινές διακοπές είναι πάντα καλή ευκαιρία να επισκεφτούμε περισσότερα βιβλία από το συνηθισμένο. (Ωστόσο, ακόμη και στις διακοπές, φαίνεται ότι ο χρόνος δεν είναι αρκετός.)
Κάποια παλαιότερα που είχαν ξεφύγει, κάποια παλαιότερα που ήθελα να ξαναδιαβάσω, και κάποια που μόλις κυκλοφόρησαν.
Αυτά που διαβάζω τώρα:
Read More...

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Ξαναδιαβάζοντας την Άυν Ραντ

Leave a Comment

Σχόλιο για τον John Galt και την καπιταλιστική ουτοπία του Αντικειμενισμού) 
του Γ. Σαρηγιαννίδη
(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 18, Μάρτιος 2012)

Το χρήμα είναι είδος ποίησης
- Adagia, Wallace Stevens

Το φέρετρό της συνοδευόταν από ένα στεφάνι δύο μέτρων στο σχήμα του δολαρίου. Δεν ξέρω αν ήταν δική της η απόφαση ή των μαθητών της, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα πιο ταιριαστό για την πιο απροκάλυπτη υπέρμαχο του laissez-faire καπιταλισμού της εποχής μας. Ήταν άλλωστε κι ένα από τα αγαπημένα της φετίχ: δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τη μαύρη κάπα της που την κρατούσε στο λαιμό μια χρυσή αγκράφα με το σύμβολο του δολαρίου. Όπως έλεγε κι ίδια,
«το ελεύθερο πνεύμα κι η ελεύθερη οικονομία είναι αλληλοσυμπληρούμενα. Το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Το σύμβολο του δολαρίου, ως το σύμβολο ενός νομίσματος μιας ελεύθερης χώρας, είναι το σύμβολο του ελεύθερου πνεύματος.»
Όταν πέθανε το 1982, σε ηλικία 77 ετών, είχε καταφέρει να αποκτήσει φανατικούς οπαδούς που ζούσαν τις ζωές τους σύμφωνα με τα κηρύγματά της και με πρότυπα τους ήρωες των βιβλίων της. Τα μυθιστορήματά της ήταν, και παραμένουν, από τις πιο δημοφιλείς εκδόσεις στις ΗΠΑ και είχαν ήδη μεταφραστεί σε δεκάδες γλώσσες. Τα άρθρα και τα δοκίμιά της διαβαζόταν από τους ακολούθους της ως ευαγγέλιο. Ξεκινώντας την καριέρα της στο Χόλυγουντ ως κομπάρσος στις ταινίες του Cecil B. DeMille, κατέληξε να γίνει ο ηγέτης μιας φιλοσοφικής σέχτας που, αν και τρομαχτική στην απλοϊκότητά της, έχει επηρεάσει την Αμερικανική κουλτούρα όσο πολύ λίγα ρεύματα ιδεών. Καθόλου μικρό επίτευγμα για μια νεαρή κοπέλα που ξέφυγε (με τουριστική βίζα) από τη Σοβιετική Ένωση σε ηλικία μόλις 21 ετών για να καταφύγει στις ΗΠΑ, πολιτικός πρόσφυγας στην ουσία, μαγεμένη από τους ουρανοξύστες του Μανχάταν. Η Άυν Ραντ ήθελε να γίνει σεναριογράφος και συγγραφέας. Και τα κατάφερε.

Ο Άτλας επαναστάτησε

Από την τεράστια συγγραφική της παραγωγή της σε άρθρα, δοκίμια και μυθιστορήματα, το δημοφιλέστερο έργο της παραμένει, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ (Atlas Shrugged). Επικό μυθιστόρημα μυστηρίου, το ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ είναι κάτι μεταξύ φιλοσοφικού μελοδράματος και ιστορίας επιστημονικής φαντασίας: Οι λαμπρότεροι εφευρέτες και επιχειρηματίες της χώρας εξαφανίζονται κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, αφήνοντας τις μεγαλύτερες βιομηχανίες να καταρρεύσουν. Σε μια τεραστίων διαστάσεων περιγραφή της κατάρρευσης, το leitmotif του μελοδράματος είναι η ερώτηση «ποιος είναι ο John Galt;», που όλοι επαναλαμβάνουν αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να απαντήσει.

Κι αφού μπλέκει ακόμη περισσότερο η πλοκή με μια ερωτική ιστορία και την αναζήτηση για μια κάποια μηχανή που υποτίθεται μπορεί να μετατρέψει το στατικό ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας σε κινητική ενέργεια, καταφέρνουμε επιτέλους να ανακαλύψουμε ποιος είναι αυτός ο John Galt. Πρόκειται για έναν υπερήρωα του καπιταλισμού που έχει οργανώσει μια απεργία των δημιουργικών ανθρώπων ενάντια σε αυτούς που χρησιμοποιούν τη βία του νόμου και της ηθικής ενοχής για να λεηλατήσουν τα επιτεύγματα των παραγωγικών μελών της κοινωνίας. Ο παλιός κόσμος σύντομα καταρρέει, κι ο John Galt αναδεικνύεται ως ο νέος ηγέτης μιας κοινωνίας που πανηγυρίζει τα ατομικά επιτεύγματα και τον ατομικισμό.

Το αποκορύφωμα του μυθιστορήματος είναι το κήρυγμα του John Galt περί της φιλοσοφίας του αντικειμενισμού που συναγωνίζεται, ως άσκηση αντοχής στην πολιτική ανία (70 σελίδες στο πρωτότυπο!), τις καλύτερες επιδόσεις του Φιντέλ Κάστρο. Πολύ φοβάμαι ότι στην καπιταλιστική ουτοπία της Ραντ η κυριότερη αιτία θανάτου θα είναι η πλήξη.

Κατά τη διάρκεια ενός εκδοτικού συνεδρίου, οργανωμένου από τον εκδοτικό οίκο του Atlas Shrugged, ένας από τους σύνεδρους-πωλητές βιβλίων ρώτησε τη Ραντ αν θα μπορούσε να περιγράψει την ουσία του βιβλίου και της φιλοσοφίας της ενώ στέκεται στο ένα πόδι. (Αυτό που σήμερα στον κόσμο των επιχειρήσεων ονομάζεται η ‘παρουσίαση του ασανσέρ’: να περιγράψεις την ιδέα σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα – όσο χρόνο χρειάζεται το ασανσέρ να φτάσει από τη ρεσεψιόν στον όροφο των συνεδριάσεων.) Η Ραντ δεν είχε καμία δυσκολία να το κάνει. Και συνέχισε να το κάνει ασταμάτητα κι ακούραστα για το υπόλοιπο της ζωής της με άρθρα, δοκίμια, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις. Κι αυτό είναι πιθανά και το σημαντικότερο πρόβλημα του μυθιστορήματος: αν μπορείς να περιγράψεις την ιδέα σου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, γιατί να δοκιμάσουμε τις αντοχές μας με τις εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις μιας μέτριας αλληγορίας; Είμαι βέβαιος ότι ο Μπόρχες δεν θα χρειαζόταν περισσότερο από δυο-τρεις σελίδες για να γράψει ακριβώς τα ίδια πράγματα για τα οποία η Ραντ χρειάστηκε 1200. Η στρατευμένη τέχνη είναι δυστυχώς πολύ σπάνια κι ενδιαφέρουσα Τέχνη.

Αντικειμενισμός

Η φιλοσοφία του αντικειμενισμού, όπως παρουσιάζεται στον Άτλαντα, δεν είναι φιλοσοφία με την έννοια που συναντούμε στα έργα του Russell ή του Popper. Ή, τουλάχιστο, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι φιλοσοφία με την έννοια της διδασκαλίας που συναντά κανείς στον Κομφούκιο ή τον Ιησού. Δεν περιορίζεται σε ερωτήσεις για το πώς είναι ο κόσμος, αλλά και για το πώς θα έπρεπε να είναι. Είναι ένας οδικός χάρτης για το πώς πρέπει να οργανωθεί η καπιταλιστική ουτοπία του John Galt και το πώς πρέπει να ζούνε οι πραγματικά ελεύθεροι άνθρωποι – οι αντικειμενιστές. Όπως η ίδια η Ραντ τον περιγράφει, ο αντικειμενισμός λειτουργεί σε τέσσερα επίπεδα: τη μεταφυσική (αντικειμενική πραγματικότητα), την επιστημολογία (ορθολογισμός), την ηθική (ατομικισμός) και την πολιτική (καπιταλισμός).
Κι εξηγεί:
Σε απλή γλώσσα, αυτό σημαίνει: 1. «Η Φύση θα έπρεπε να διατάζεται, όχι να υπηρετείται» ή «η επιθυμία δεν κάνει την πραγματικότητα». 2. «Δεν γίνεται και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος». 3. «Ο άνθρωπος είναι από μόνος του αυτοσκοπός». 4. «Ελευθερία ή θάνατος».
Αν τηρείτε αυτές τις έννοιες με απόλυτη συνέπεια ως βάση των πεποιθήσεών σας, έχετε στη διάθεσή σας ένα πλήρες φιλοσοφικό σύστημα για να καθοδηγήσει την πορεία της ζωής σας. Αλλά να τις τηρήσετε με απόλυτη συνέπεια – να τις κατανοήσετε, να τις ορίσετε, να τις αποδείξετε και να τις εφαρμόσετε – απαιτεί όγκους σκέψης. 
Ο στόχος της ήταν να κατασκευάσει ένα πολύ αυστηρό θεωρητικό πλαίσιο βασισμένο στην «αντικειμενική πραγματικότητα» και, ως ένας σύγχρονος Αριστοτέλης (που ήταν κι ο αγαπημένος της φιλόσοφος), να καταλήξει σε ένα σύστημα αξιών που πρέπει «αντικειμενικά» να ακολουθούμε ως άτομα κι ως κοινωνία.

Στον πυρήνα του αντικειμενισμού βρίσκεται το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να ζει έχοντας τον εαυτό του ως αυτοσκοπό: υπάρχει αποκλειστικά και μόνο για το δικό του καλό και την επιδίωξη του ατομικού του συμφέροντος. Είναι το απόλυτο αντίθετο του αλτρουιστή. Είναι Εγωιστής με την πιο ευρεία, και την πιο ρηχή μάλλον, έννοια της λέξης. Δεν χρειάζεται όμως να ανησυχούμε. Ο Εγωιστής της Ραντ δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τον αφηρημένο κόσμο των φιλοσοφικών της ασκήσεων. Κι αν ποτέ εμφανιζότανε στον πλανήτη, ως αποτέλεσμα κάποιας απρόβλεπτης μετάλλαξης στο εξελικτικό μας δέντρο, θα είχε υποπτεύομαι πολύ σύντομη παρουσία στον πραγματικό κόσμο.

Η βασική λειτουργία στη διαιώνιση και εξέλιξη κάθε είδους είναι η αναπαραγωγή. Ιδιαίτερα στα θηλαστικά, η διαδικασία της αναπαραγωγής έχει μεγάλο κόστος και ενέχει πολλούς κι απρόβλεπτους κινδύνους για τη μητέρα που, με αυταπάρνηση (συνειδητά ή ασυνείδητα), παραχωρεί το σώμα της και καταπιέζει το ατομικό της συμφέρον για χάρη της επόμενης γενιάς. Κάθε γενιά θυσιάζει μέρος του εαυτού της για την επόμενη. Στο δικό μας σύμπαν, το αντικειμενικά πραγματικό, τα έμβια όντα δεν μπορούν να υπάρξουν έχοντας μόνο τους εαυτούς τους ως αυτοσκοπό. Είμαστε μηχανές-φορείς των γονιδίων μας που πηδούν από γενιά σε γενιά και είναι αυτά που έχουν την επιβίωσή τους ως αυτοσκοπό. Όχι εμείς. Εμείς είμαστε απλά το αποτέλεσμα και η πραγμάτωση του δικού τους εγωισμού. Και στην πορεία, είμαστε εγωιστές, αλτρουιστές, κοιτάμε το συμφέρον μας, θυσιαζόμαστε για το συνάνθρωπό μας, αγαπάμε, μισούμε, ζούμε. Είναι αυτή η πολυμορφία της συμπεριφοράς μας που γεννά τη δημιουργικότητα και την εξέλιξη.

Κι είναι αυτή η πολυχρωμία της ίδιας της εξέλιξης που πανηγυρίζει τον καπιταλισμό ως πεδίο δράσης. Όχι ο ατομικισμός του John Galt. Ο καπιταλισμός δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας αντικειμενικής πραγματικότητας, ούτε προϋποθέτει ορθολογικούς ατομικιστές υπερήρωες. Όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Hayek στο Σύνταγμα της Ελευθερίας:
Το ιδανικό ότι θα πρέπει να επιτρέπεται σ’ ένα άτομο να επιδιώκει τους σκοπούς του συγχέεται σε μεγάλο βαθμό με την πεποίθηση ότι, αν αφεθεί ελεύθερο, το άτομο θα επιδιώξει – ή οφείλει να επιδιώξει – αποκλειστικά τους εγωιστικούς του στόχους. Η ελευθερία όμως να επιδιώκει ο καθένας τους δικούς του στόχους είναι εξίσου σημαντική για το αλτρουιστικό άτομο, στου οποίου την κλίμακα αξιών οι ανάγκες των άλλων ανθρώπων κατέχουν πολύ υψηλή θέση, όσο τουλάχιστον και για τον οποιονδήποτε εγωιστή. 
Δεν θέλω όμως να υποτιμήσω τον ενθουσιασμό της Ραντ. Έχει δίκιο όταν πιστεύει ότι ο καπιταλισμός είναι το μόνο σύστημα που αξίζει σε ελεύθερους ανθρώπους.
Πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι άνθρωποι μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο, όχι ως θύματα κι εκτελεστές, ούτε ως αφεντικά και δούλοι, αλλά ως έμποροι, που συναλλάσσονται ελεύθερα με στόχο το αμοιβαίο όφελος. Είναι ένα σύστημα όπου κανείς δεν αποκτά αξία από τους άλλους καταφεύγοντας στη φυσική βία, και κανείς δεν μπορεί να ασκήσει φυσική βία εναντίων άλλων.
Μόνο που ο πραγματικός κόσμος είναι λιγάκι πιο περίπλοκος από τις επίπεδες φιγούρες του Άτλαντα. Κι είναι μάλλον και αρκετά πιο ανεκτικός στις εσωτερικές συγκρούσεις και τις αντιφάσεις των πρωταγωνιστών του.

Πολιτικός ακτιβισμός

Η αξία του ‘Ο Άτλας επαναστάτησε’ δεν βρίσκεται σίγουρα στο χώρο της αισθητικής. Φιλοσοφικά δε, κινείται μεταξύ της υπεραπλούστευσης και της μονοτονίας. Αν έχει όντως κάτι να προσφέρει στο χώρο των γραμμάτων, και σίγουρα έχει, είναι ο ρόλος του ως πράξη πολιτικού ακτιβισμού. Με το έργο αυτό, η Ραντ στρέφεται ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής της, βρίσκεται παντελώς εκτός των καλλιτεχνικών ρευμάτων που κυριαρχούσαν γύρω της (τα οποία και θεωρεί παρακμιακά) και δημιουργεί το δικό της επαναστατικό λεξικό. Πιστή στο φιλοσοφικό της πρόγραμμα, χρησιμοποιεί το μυθιστόρημα ως «επιλεκτική αναδημιουργία της πραγματικότητας» σύμφωνα με τις δικές της «μεταφυσικές αξίες και κρίσεις». Και σε αυτό δύσκολα μπορεί κανείς να της αρνηθεί την επιτυχία. Μπορεί να μην κατάφερε να κατασκευάσει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, κατάφερε όμως να εξοργίσει και τα δύο πολιτικά άκρα: τη Δεξιά λόγω της αποστροφής της προς τη θρησκευτική πίστη και τον συντηρητισμό, και την Αριστερά λόγω της εναντίωσής της σε κάθε είδους κρατισμό και παρεμβατικότητα. Κι αυτό δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο επίτευγμα.

Η Άυν Ραντ είναι η αναπόφευκτη ηρωίδα κάθε φιλελεύθερου στην πρώτη φάση της πολιτικής μεταεφηβείας του. (Η εφηβεία μας στοιχειώνεται συχνά, πολύ συχνότερα από ότι θα θέλαμε να παραδεχτούμε, από την απλοϊκότητα του μαρξισμού.) Στρυφνή διευθύντρια στο σχολείο των φιλελεύθερων ιδεών, αυστηρή μετρέσα στο μπουντουάρ της καπιταλιστικής παράδοσης, πληθωρική δασκάλα της άκαμπτης ηθικής του Εγώ. Ωστόσο, όταν κανείς καταφέρει να ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του μια κάποια ωριμότητα σκέψης, ή την ψευδαίσθησή της αν προτιμάτε, το πάθος για τη Ραντ εύκολα ξεθωριάζει και καταντά απλή ανάμνηση μιας αλλόκοτης παιδικής αφέλειας. Δημιούργημα της εποχής των μεγάλων απλουστεύσεων, ο αντικειμενισμός είναι η σύγχρονη παιδική ασθένεια του φιλελευθερισμού.
Read More...

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

The War Against Cliché

Leave a Comment

Αυτό. Ναι, αυτό είναι ο στόχος. Ο πόλεμος κατά του κλισέ. Ο πόλεμος κατά της κοινοτυπίας. Ο πόλεμος κατά της πολιτισμικής πλήξης. 
Read More...

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Για το θάνατο του Christopher Hitchens

Leave a Comment


Την περασμένη Πέμπτη πέθανε ο Christopher Hitchens. Δεν «έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι», δεν «κοιμήθηκε», δεν «αναπαύτηκε εν ειρήνη». Πέθανε. Και δεν του αξίζουν αυτοί οι ανόητοι μεταφυσικοί ευφημισμοί.

Αν και οι ρίζες της σκέψης του ήταν στην Αριστερά, ο πυρήνας του έργου του ήταν η εμμονή του ενάντια σε κάθε ολοκληρωτισμό. Κάτι που οι φίλοι του στο χώρο δεν του συγχώρησαν ποτέ. Ούτε στη Δεξιά όμως είχε πολλές συμπάθειες, για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Ένας από τους πιο προβεβλημένους διανοούμενους της εποχής μας, και πιθανότατα ο καλύτερος μάστορας του λόγου, ο Hitchens υπήρξε ο σημαντικότερος μαχητής των τελευταίων χρόνων στον αγώνα για την ελευθερία της έκφρασης, ενάντια στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και υπέρ της ανοιχτής κοινωνίας.

Read More...

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Κατανοώντας την Ελευθερία

Leave a Comment
Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕ.ΦΙ.Μ), με την αρωγή των Εκδόσεων Πύλες, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του για την προώθηση των αρχών και ιδεών και της ανοιχτής κοινωνίας και οικονομίας - και με την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από την πρώτη έκδοση αυτού του εμβληματικού έργου - προχώρησε στην επεξεργασία σε συνοπτική και εκλαϊκευμένη μορφή των βασικών μηνυμάτων του Συντάγματος της Ελευθερίας, ως προσφορά στο αναγνωστικό κοινό ενός σημαντικού μέρους της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης σκέψης, που διατηρεί εντυπωσιακά ανέγγιχτη από το χρόνο τη ζωντάνια, την επικαιρότητα και τη σημασία του στους σημερινούς καιρούς.

Χρειάστηκε περίπου μισός αιώνας προκειμένου το μνημειώδες Σύνταγμα της Ελευθερίας, του κορυφαίου φιλελεύθερου διανοητή του εικοστού αιώνα Φρίντριχ Χάγιεκ, να βρει τον δρόμο του στο άνυδρο ιδεολογικά τοπίο της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής. Ο "Κάρολος Μαρξ του φιλελευθερισμού" αν με το εξίσου σημαντικό έργο του Δρόμος προς τη Δουλεία προσέφερε ένα "φιλελεύθερο Κομμουνιστικό Μανιφέστο", ένα πολεμικό έργο δηλαδή υπέρ της βαλλόμενης ανοιχτής κοινωνίας στις αντίστοιχες ταραγμένες ιστορικές περιόδους, με το Σύνταγμα της Ελευθερίας φιλοδοξούσε να προσφέρει, σύμφωνα με τον ίδιο, τον "Πλούτο των Εθνών του 20ού αιώνα".
Read More...

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Η Ώθηση της Ιστορίας

Leave a Comment


(Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Books’ Journal – Τεύχος 13, Νοέμβριος 2011)
[Christopher Hitchens, Arguably: Essays by Christopher Hitchens, Twelve, 2011, 978-1455502776]

Στα 52 της χρόνια, κουρασμένη από το γάμο της με τον απόμακρο και λιτό «κυβερνήτη» (ο πατέρας του, Erik Hitchens, ήταν αξιωματικός του Βρετανικού ναυτικού), η μητέρα του Yvonne βρίσκεται στην αγκαλιά του νέου της συντρόφου Timothy Bryan που την παρασέρνει στο μυστικιστικό κόσμο του Maharishi Mahesh Yogi και, εντέλει, στην αυτοκτονία σε ένα ξενοδοχείο των Αθηνών.

Ο Christopher Hitchens, μόλις 24 ετών και συντάκτης για το περιοδικό New Statesman, βρίσκεται στην Αθήνα για να αναγνωρίσει και να παραλάβει το πτώμα της μητέρας του. Ήταν Νοέμβρης του 1973, λίγες μόνο μέρες μετά την βίαιη επέμβαση των τανκς στο πολυτεχνείο και την «απροκάλυπτη σφαγή των άμαχων διαδηλωτών κατά της χούντας» στους δρόμους της πόλης. Ο ιατροδικαστής δε της υπόθεσης της μητέρας του, Καψάσκης, ήταν ο ίδιος που είχε καταθέσει ότι δεν ήταν η μυστική αστυνομία που σκότωσε το Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά ότι ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα ατυχήματος (έπεσε κατά λάθος χτυπώντας το κεφάλι του στο πεζοδρόμιο). Ο Hitchens αναγνώρισε το όνομα από την ταινία ‘Ζ’ του Κώστα Γαβρά, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία εκείνη την εποχή σε όλη την Ευρώπη. Κι έτσι, η τραγική ιστορία της μητέρας του κατέληξε σε ένα μακροσκελές άρθρο για τη δικτατορία στην Ελλάδα. Όπως θα γράψει και αργότερα, ο διαχωρισμός ανάμεσα στην προσωπική και τη δημόσια ζωή του δεν υπήρξε ποτέ αρκετά ξεκάθαρος.

Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να υποτιμήσω το ταλέντο του, ούτε να υπονοήσω ότι η μετέπειτα καριέρα του στη δημοσιογραφία και την πολιτική λογοτεχνία υπήρξε αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων ή οικογενειακών κατάλοιπων. Κάποιες φορές όμως η βίαιη τυχαιότητα της ζωής δεν μπορεί να μας αφήσει αλώβητους. Πως μπορώ λοιπόν να αποφύγω και την αναφορά στο Philip Larkin, έναν από τους αγαπημένους ποιητές και του ίδιου του Hitchens:
They fuck you up, your mum and dad.
They may not mean to, but they do.
Ο George Orwell, αναμφισβήτητα το κυριότερο πρότυπο του Hitchens, έγραφε ότι, πέρα από τους καθαρά βιοποριστικούς λόγους, υπάρχουν τέσσερα σημαντικά κίνητρα για να γράφει κανείς: 1. καθαρός εγωισμός (να θέλεις να φαίνεσαι έξυπνος, να σε θυμούνται μετά το θάνατό σου, να εκδικηθείς όσους ενήλικες σε υποτιμούσαν στα παιδικά σου χρόνια, κλπ.), 2. αισθητικός ενθουσιασμός (η ίδια η απόλαυση της γραφής ή του αντικειμένου που πραγματεύεται), 3. η ώθηση της ιστορίας (να ανακαλύπτεις τον κόσμο και να τον καταγράφεις για τις μελλοντικές γενιές), και 4. για πολιτικούς σκοπούς (να θέλεις να σπρώξεις τον κόσμο προς κάποια κατεύθυνση και να αλλάξεις την άποψη των άλλων για το τι είδους κοινωνία θα έπρεπε να επιδιώκουν).

Το Arguably είναι η πέμπτη συλλογή κειμένων που εκδίδει ο Christopher Hitchens και φαίνεται να καλύπτεται από όλα τα παραπάνω κίνητρα. Αποτελείται κυρίως από κείμενα που έχουν γραφτεί την τελευταία δεκαετία κι έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα (έντυπα ή διαδικτυακά) περιοδικά (Vanity Fair, Slate, The Atlantic, κα.) με τα οποία ο Hitchens συνεργάζεται ως συντάκτης ή λογοτεχνικός κριτικός.
Τα τελευταία χρόνια, η δημόσια περσόνα του ως ένας από τους «Τέσσερις Ιππότες του Αθεϊσμού» (μαζί με τους Richard Dawkins, Daniel Dennett και Sam Harris) έχει επισκιάσει μάλλον τις υπόλοιπες πτυχές του ταλέντου του. Με το Arguably ανακαλύπτουμε ευτυχώς (ξανά) ότι ο Hitchens δεν είναι μονάχα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες κατά της Θρησκείας, αλλά κι ένας από τους πιο πολυμαθείς, κομψούς, μαχητικούς και αδίστακτα εύστοχους δοκιμιογράφους της εποχής μας.

Όσοι παρακολουθούμε τα κείμενά του τα τελευταία χρόνια, γνωρίζουμε ότι είναι οι εμμονές του (και ποιος λέει ότι είναι κακό να έχει κανείς εμμονές;) που καθορίζουν τον κόσμο του – τη δική του ‘Γη της Επαγγελίας’, ως τόπο υπαρκτό μέσα στο χώρο της διανόησης, των ιδεών και της λογοτεχνίας. Κι αν και ο κόσμος του Hitchens είναι γεμάτος ήρωες (συνήθως λογοτέχνες, φιλόσοφους ή πολιτικούς, με τον Orwell και τον Jefferson να έχουν πάντα ξεχωριστή θέση) και συναρπαστικές ιστορίες, δεν υπάρχει τίποτα το ιερό που μπορεί να βρεθεί πέρα ή έξω από το χώρο της κριτικής του.

Σε όλα τα κείμενα του Arguably, ιδιαίτερα σε όσα έχουν γραφτεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η ανοχή του για ό,τι συνειδητά αντιαμερικανικό ή ηθικά σχετικιστικό ή ανεκτικό προς τον «φασισμό με ισλαμικό πρόσωπο» είναι εντυπωσιακά μικρή. Αναφερόμενος στις θολές πολιτικές επιλογές του Graham Greene, γράφει για τον αντιαμερικανισμό:
Ο όρος ‘αντιαμερικανικό’ είναι χαλαρός και χρησιμοποιείται και ως τέτοιος. Ο δικός μου προσωρινός ορισμός (working definition), ομολογουμένως επίσης χαλαρός, είναι ότι ένας άνθρωπος είναι αντι-αμερικανός αν είναι με συνέπεια περιφρονητικός για τον Αμερικανικό πολιτισμό και, επιπλέον, υποστηρίζει κάθε αντίπαλο, όποιος κι αν είναι αυτός, της πολιτικής των Η.Π.Α.
Σε αυτή την κατηγορία κατατάσσει φαντάζομαι και τον Gore Vidal – παλαβός (‘crackpot’), καθώς και τον John Updike, του οποίου το τελευταίο μυθιστόρημα (‘The Terrorist’) το καταδικάζει ως «ένα από τα χειρότερα δείγματα γραφής από ενήλικα». Κι οι δυο τους προσπάθησαν να αναζητήσουν ελαφρυντικά για τους φανατικούς τρομοκράτες στην υποτιθέμενη παρακμή του αμερικανικού πολιτισμού και τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής των κυβερνήσεων των Η.Π.Α.

Για τον Hitchens δεν μπορούν να υπάρξουν ελαφρυντικά για τη βία των φονταμενταλιστών, τον ολοκληρωτισμό, την καταπίεση, την έλλειψη ελευθερίας της έκφρασης. Κι ήταν αυτές του οι εμμονές που τον αποξένωσαν κι από τους πρώην συντρόφους του στην Αριστερά, που δεν του συγχώρησαν ποτέ την πρόσκαιρη συμμαχία του με τους νεο-συντηρητικούς του G.W.Bush για την εκθρόνιση του σατανικού Σαντάμ Χουσείν ή την υποστήριξη της πολιτικής ενάντια στον ‘Άξονα του Κακού’ (Ιράν, Ιράκ, Βόρεια Κορέα). Ο Hitchens όμως έχει την ‘ώθηση της ιστορίας’ και καταφεύγει στον Μαρξ για να απαντήσει στους πρώην συμμάχους του:
Αν ψάχνετε για μια ειρωνεία της ιστορίας, θα την βρείτε όχι στο γεγονός ότι ο Marx υπήρξε κακοπληρωμένος υπάλληλος Αμερικάνικης εφημερίδας. Αλλά στο γεγονός ότι και αυτός και ο Engels θεωρούσαν την Ρωσία ως το μέγα προπύργιο της συντηρητικής αντίδρασης και την Αμερική ως την χώρα με την δυνατότητα να θρέψει την ελευθερία και την ισότητα. Αυτό δεν είναι από τα πράγματα που σας διδάσκουν στο σχολείο (σε καμία από τις δύο χώρες).
Και δεν διστάζει να υποστηρίξει ανοιχτά και τον G.W. Bush στη ρητορική του κατά του ολοκληρωτικού καθεστώτος της Βόρειας Κορέας:
Πόσο παράξενο είναι, αν το σκεφτεί κανείς, ότι μόλις την περασμένη εβδομάδα ένας Αμερικανός πρόεδρος μίλησε για πρώτη φορά επίσημα για την προφανή αλήθεια για τη Βόρεια Κορέα. Για την πραγματικότητα, ο κ. Bush υπήρξε μάλλον συγκρατημένος όταν είπε ότι η κυβέρνηση του Kim Jong-il διατηρεί στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια να πούμε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Βόρειας Κορέας, όπως αυτοαποκαλείται, είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Θα ήταν ακόμη πιο ακριβές να πούμε, χρησιμοποιώντας ένα Αμερικάνικο ιδίωμα, ότι η Βόρεια Κορέα είναι ένα κράτος σκλάβων.
Όπως δεν διστάζει να επιτεθεί και στον Φιντέλ Κάστρο, τη μασκότ του αριστερίστικου αντιαμερικανισμού:
Η Κούβα είναι ένα κράτος φρουραρχείο που διοικείται από έναν στρατιωτικό caudillo για το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων πενήντα χρόνων. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο μέγιστος ηγέτης βάσιζε πάντα τη νομιμότητά του στην ιδιότητά του ως αρχηγός του στρατού. Η δυναστική διαδοχή του από τον αδελφό του επισημοποιεί μονάχα την κατάσταση αυτή. Όπως κάποτε ειπώθηκε για την Πρωσία, η Κούβα δεν είναι ένα κράτος που έχει στρατό, αλλά ένας στρατός που έχει ένα κράτος.
O Μπόρχες φανταζότανε τον Παράδεισο ως ένα είδος βιβλιοθήκης. Αν όντως υπήρχε ένας τέτοιος Παράδεισος, είμαι σίγουρος ότι δεν θα μπορούσε να λείπει το Arguably από την πτέρυγα αφιερωμένη στην υψηλή τέχνη του δοκιμίου. Κάθε κείμενο σε αυτή την (αποτρεπτικά ίσως) ογκώδη συλλογή των σχεδόν 800 σελίδων, είτε βιβλιοκριτικής είτε πολιτικής πολεμικής, αποτελεί ένα μικρό ιστορικό μονόγραμμα. Και πάντα το ίδιο απολαυστικό – είτε αναφέρεται στην προσωπική αλληλογραφία του Thomas Jefferson, είτε στον Harry Potter, είτε στην αξία του στοματικού έρωτα για τον Αμερικάνικο πολιτισμό.

Κι αν έχει κανείς κάποιες απόψεις ιερές, για τις οποίες είναι απολύτως σίγουρος, και η βεβαιότητά του αυτή καθορίζει αυτό που είναι και τον τρόπο που οδηγεί τη ζωή του, να εύχεται να μη βρεθεί ο Hitchens στην αντίπαλη όχθη. Κανείς δεν μπορεί να αποδεχτεί εύκολα την απόλυτη συντριβή της αυταπάτης του. Αυτή όμως ακριβώς είναι και η αξία του Hitchens. Αυτή η ανελέητη επίθεση ενάντια στις αυταπάτες, τα στεγανά και τη βίαιη ανοησία του κόσμου γύρω μας.
Read More...

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Το λευκό των ματιών τους

Leave a Comment
The Whites of Their Eyes: The Tea Party's Revolution and the Battle over American History - Jill Lepore (Princeton University Press. October 10, 2010)

Είναι μάλλον σύνηθες το φαινόμενο πολιτικά κινήματα να διεκδικούν τον πολιτικό τους χώρο με εργαλείο την ταύτισή τους με μορφές ή περιόδους της ιστορίας ενός λαού. Όσο ριζοσπαστικότερες οι ιδέες τους, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη τους να τις συνδέσουν με τη νοσταλγία ενός πιο ένδοξου παρελθόντος, μιας πιο ηρωικής εποχής που μπορεί να τους εντάξει στη συνέχεια του ιστορικού χρόνου. Συχνά όμως, τα κινήματα αυτά, καταφεύγουν σε μια ανάγνωση της ιστορίας μονόχρωμη – κατάλληλη μόνο να υποστηρίξει τα πολιτικά τους συνθήματα, αλλά πολύ μακριά από την ιστορική αλήθεια (αν μπορεί κανείς να μιλήσει για «ιστορική αλήθεια» έτσι κι αλλιώς).
Το μονόγραμμα ‘Το λευκό των ματιών τους’ επιχειρηματολογεί ενάντια στον ιστορικό φονταμενταλισμό (historical fundamentalism) «μετρώντας την απόσταση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν».
Read More...