Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Περί διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους

Leave a Comment

(Όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Φύλλα Ελευθερίας.)

1802. Ο Thomas Jefferson, πρόεδρος τότε των Η.Π.Α., γράφει σε μια επιστολή του απαντώντας σε ένα αίτημα της Ένωσης Βαπτιστών του Danbury: «Πιστεύοντας, όπως κι εσείς, ότι η θρησκεία είναι ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τον κάθε άνθρωπο και το Θεό του, ότι δε χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν άλλο για την πίστη ή τη λατρεία του, ότι οι νομοθετικές εξουσίες της κυβέρνησης μπορούν να αφορούν πράξεις μόνο, και όχι απόψεις, σέβομαι απόλυτα την πράξη ολόκληρου του Αμερικανικού λαού που όρισε ότι οι νομοθέτες του δε θα φτιάξουν κανένα νόμο που θα στηρίζει την εγκαθίδρυση κάποιας θρησκείας, ή θα απαγορεύει την ελεύθερη άσκησή της, χτίζοντας έτσι ένα τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος.»

Η φράση αυτή του Jefferson σηματοδοτεί και τη γέννηση μιας από τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες που κληρονομήσαμε από την Αμερικάνικη Επανάσταση. Ότι δηλαδή, η αρχή της ανεξιθρησκίας δεν είναι επαρκής: η θρησκεία είναι – και οφείλει να είναι - απολύτως σεβαστή ως ιδιωτική υπόθεση των πολιτών, αλλά η δημόσια παρουσία της δεν μπορεί να εμπλέκεται με τη νομοθετική και εκτελεστική δράση της πολιτείας. Πρέπει να υπάρχει ένα «τείχος διαχωρισμού ανάμεσα σε εκκλησία και κράτος». Ένα «τείχος» όμως ουδέτερο που θα προστατεύει εξίσου και το φιλελεύθερο χαρακτήρα της πολιτείας, αλλά και την ελεύθερη δράση των θρησκειών.


Η αρχή του διαχωρισμού δεν έρχεται να αναιρέσει την ανεξιθρησκία, αλλά να την εμπλουτίσει. Δεν επιτρέπει φυσικά τα έκτροπα των θεοκρατιών και των παρεμβάσεων της εκκλησίας στο νομοθετικό έργο της πολιτείας, αλλά και δεν επιβάλει με τη βία ένα κοσμικό (Γαλλικού τύπου) ή άθεο (Σταλινικού τύπου) κράτος. Το Σοβιετικό καθεστώς δεν ακολούθησε την επιλογή της ουδετερότητας, αλλά της άμεσης εμπλοκής: συγκρούστηκε με τη θρησκεία και κατήργησε την ανεξιθρησκία. Ο στόχος του δεν ήταν άλλος από την αντικατάσταση των μεταφυσικών δογμάτων των υπαρχουσών θρησκειών με το επιθετικό δόγμα της κομουνιστικής ουτοπίας. Απεναντίας, η φιλελεύθερη παράδοση δεν βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με τις θρησκείες. Ούτε και είναι ασύμβατη με την απρόσκοπτη ανάπτυξη και διάδοσή τους.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, το «τείχος του διαχωρισμού» δεν ορίζεται ως περιορισμός της δράσης των θρησκειών από τη μεριά της πολιτείας, αλλά ως περιορισμός του πλαισίου μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί νομοθετικά η ίδια η πολιτεία. Το Lemmon Test (1971), που καθορίζει τα συνταγματικά όρια του νομοθέτη στις ΗΠΑ, είναι μάλλον η πιο ολοκληρωμένη εφαρμογή της αρχής του διαχωρισμού: ένας νόμος, για να είναι συνταγματικός, πρέπει: α) να έχει κοσμικούς σκοπούς, β) να είναι ουδέτερος απέναντι στη θρησκεία, ούτε να την παρεμποδίζει ούτε να την προωθεί, και γ) να μην οδηγεί σε υπερβολική εμπλοκή (excessive entanglement) πολιτείας και θρησκείας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι θρησκείες αποτελούν σημαντικό κομμάτι της παράδοσης μιας κοινωνίας και επηρεάζουν, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, τις κυρίαρχες ηθικές αντιλήψεις. Σε μια φιλελεύθερη κοινωνία, χωρίς κεντρικές δομές να σχεδιάζουν και να κατευθύνουν την εξέλιξή της, η παράδοση αποτελεί το συνεκτικό κρίκο μεταξύ των μελών της, καθώς και το πεδίο εξέλιξης των ενστίκτων, αντιλήψεων και ιδεών τους. Αν και μια ριζοσπαστική ρήξη με την παράδοση μπορεί να γίνει απειλητική για το φιλελεύθερο πολιτισμό, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αγνοήσουμε τις όποιες αρνητικές επιδράσεις ενδέχεται να έχουν αναχρονιστικοί θεσμοί στην ίδια αυτή την εξέλιξή της. Ένας τέτοιος αναχρονιστικός θεσμός είναι και η εμπλοκή κράτους και εκκλησίας. Περιορίζει τις θρησκείες στα ασφυκτικά πλαίσια που καθορίζονται από τις επιλογές της εκάστοτε πλειοψηφίας και, ταυτόχρονα, αντιδρά στην εξέλιξη της κοινωνικής παράδοσης μέσω του ανοιχτού διαλόγου και της αμφισβήτησης. Το κράτος δικαίου, ως δυναμικό φαινόμενο που μεταλλάσσεται και εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, είναι προφανώς ασύμβατο με την δυσκινησία των ειδικών προνομίων σε εκκλησίες και οργανωμένες θρησκείες.

Όπου το κράτος κατέχει το ρόλο του συνέταιρου και προστάτη κάποιας εκκλησίας, το πρώτο θύμα είναι ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Και δεν αναφέρομαι στις χώρες όπου θεοκρατικά καθεστώτα αδιαφορούν πλήρως για κάθε πρόσχημα δημοκρατικότητας. Σε αυτές τις χώρες, η εξέλιξη στο θρησκευτικό φασισμό υπήρξε μάλλον αναπόφευκτη κι η απροκάλυπτη κρατική βία ήταν η άμεση συνέπεια για τους ίδιους τους πολίτες εντός της χώρας, αλλά και εκτός αυτής. Η κρατικά επιχορηγούμενη μαζική τρομοκρατία, η καταπίεση κι ο βιασμός του γυναικείου πληθυσμού, η ανοχή σε βάρβαρα έθιμα και παραδόσεις, η απαγόρευση της in-vitro αναπαραγωγής και των αμβλώσεων, ο περιορισμός των ορίων της επιστημονικής αναζήτησης, είναι φαινόμενα τα οποία συνοδεύουν συχνά τη θεοκρατία στις διάφορες μορφές της. (Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στην αδυναμία των φιλελεύθερων δημοκρατιών της Δύσης να συγκρουστούν με αυτά τα καθεστώτα και να υποστηρίξουν σθεναρά τα ατομικά δικαιώματα στις χώρες στις οποίες απειλούνται. Η αδυναμία τους αυτή οφείλεται και στις εγχώριες θρησκευτικές ελίτ που προωθούν ένα είδος πολιτισμικού σχετικισμού - με στόχο φυσικά να προστατέψουν τη δική τους ασυμβατότητα με το σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων.)
Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις χωρών όπου η ανεξιθρησκία γίνεται σεβαστή, η φυσική συνέπεια ειδικών προνομίων σε εκκλησίες οδηγεί αναγκαστικά σε σύγκρουση με την αρχή της ισονομίας και, πολύ συχνά, με την ελευθερία της έκφρασης - το βασικότερο ίσως πυλώνα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η ανοιχτή κριτική δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τις οργανωμένες θρησκείες, μιας και ενδέχεται να απειλήσει τις προνομιακές τους θέσεις. Έτσι, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και επιβάλλεται λογοκρισία με τη μορφή απαγόρευσης της βλασφημίας και της προσβολής της θρησκευτικής συνείδησης. Ως φορείς απόλυτης ηθικής, οι θρησκείες αδυνατούν να αποδεχτούν οτιδήποτε βρίσκεται έξω από το μεταφυσικό πλαίσιο των θρησκευτικών τους κανόνων. Ωστόσο, αν και στον ιδιωτικό μας χώρο δικαιούμαστε να είμαστε απόλυτοι στις ηθικές μας επιλογές, ο δημόσιος χώρος οφείλει να είναι ανοιχτός στο διάλογο και τη σύγκρουση αντιλήψεων. Κι ο σεβασμός του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ ηθικών επιλογών, καθώς κι η άρση κάθε σχετικής λογοκρισίας, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για ένα τέτοιο διάλογο. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, ως εξελισσόμενη αίσθηση περί δικαίου, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το σεβασμό της ατομικότητας και της διαφορετικότητας. Η κοινωνία του διαρκούς και ανοιχτού διαλόγου δεν μπορεί να συνυπάρξει με κρατικά επιβαλλόμενα θρησκευτικά μονοπώλια.
Εξίσου βλαπτικά όμως είναι τα ειδικά προνόμια και για τις ίδιες τις εκκλησίες και τον κοινωνικό ρόλο που φιλοδοξούν να εκπληρώσουν. Ο Adam Smith παρουσίασε στον Πλούτο των Εθνών εκτεταμένες αποδείξεις ότι η Εκκλησία της Αγγλίας είχε γίνει απαθής στις ανάγκες του Βρετανικού λαού λόγω της προνομιακής θέσης που της εξασφάλιζε η κυβέρνηση. Κι υποστήριξε ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η οκνηρία και η αδιαφορία της εκκλησιαστικής ηγεσίας ήταν να τους αφαιρεθούν τα προνόμια αυτά και να ενθαρρυνθεί ο ανταγωνισμός με τις άλλες εκκλησίες. Ο οικονομολόγος Gary Becker αναφέρει ότι ο ρόλος της θρησκείας, μετρήσιμος ως τον αριθμό των ανθρώπων που επισκέπτονται τακτικά την εκκλησία και τη δύναμη της πίστης τους, είναι πολύ ισχυρότερος σε χώρες όπου υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές εκκλησίες, παρά σε χώρες με μία μονοπωλιακή εκκλησία. Μπορεί άλλωστε κανείς εύκολα να συγκρίνει τη φθίνουσα πορεία του ρόλου της οργανωμένης θρησκείας στη χώρα μας και την αντίστοιχη επιρροή των εκκλησιών στις ΗΠΑ όπου ο διαχωρισμός απαγορεύει ειδικά προνόμια και μονοπωλιακές καταστάσεις.

Στη χώρα μας, η εμπλοκή εκκλησίας και κράτους εμφανίζει διάφορες μορφές και απλώνεται σε όλα τα επίπεδα του πολιτεύματος. Το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας ξεκινά με την επίκληση της Αγίας Τριάδας, δίνοντας έτσι τον τόνο του όλου κειμένου και προδίδοντας τις καταβολές και τις προθέσεις του νομοθέτη. Η ελευθερία της έκφρασης αναγνωρίζεται μεν αλλά μόνο προσχηματικά, μιας και απαγορεύεται ρητά ο προσηλυτισμός, καθώς και η «προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας». Η ανάπτυξη της «θρησκευτικής συνείδησης» ορίζεται ως ένας από τους βασικούς σκοπούς της παιδείας. Ο θρησκευτικός όρκος είναι υποχρεωτικός για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μια σειρά από μονές και περιοχές που ελέγχονται από θρησκευτικές οργανώσεις εξαιρούνται από τον έλεγχο του κράτους, όπως και από τυχόν απαλλοτριώσεις κοινής ωφέλειας.
Σε οικονομικό επίπεδο, η φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και της εκμετάλλευσής της είναι σχεδόν ανύπαρκτη και το κράτος επιβαρύνεται ταυτόχρονα με την μισθοδοσία των ιερέων και των υπαλλήλων της εκκλησίας. Ακόμη κι αν παραβλέψουμε την αδικία σε βάρος των αλλόθρησκων ή άθρησκων πολιτών, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το μέγεθος αυτού του οικονομικού φορτίου στα δημόσια οικονομικά του κράτους – ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως και αυτή που διανύει σήμερα η χώρα. Η πολιτεία επιβάλει την θρησκευτική κατήχηση των μαθητών ως υποχρεωτικό κομμάτι της βασικής τους εκπαίδευσης, ερμηνεύοντας μάλλον με ακραίο τρόπο τη σχετική διάταξη του Συντάγματος.
Παρά όμως τις διεκδικήσεις των φιλελευθέρων, τις καταδίκες σε διεθνή δικαστήρια και τις παραινέσεις διεθνών οργανισμών, η ελληνική πολιτεία αρνείται να προχωρήσει στο διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας φοβούμενη το πολιτικό κόστος που ενδέχεται να προκαλέσει μια τέτοια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Πολύ συχνά, όσοι προσπαθούν να υπερασπιστούν την προνομιακή θέση της εκκλησίας στη χώρα μας καταφεύγουν στην άσκοπη διαιώνιση μύθων που συνδέουν την ύπαρξη του ελληνικού κράτους με τις θρησκευτικές αντιλήψεις της πλειοψηφίας. Το τραγικό είναι ότι πολλές φορές καταλήγουμε έτσι να υποστηρίζουμε ιστορικές ανακρίβειες και να επιμένουμε σε συμμαχίες (όπως πρόσφατα με μανιακούς δολοφόνους των Βαλκανίων) που θέτουν σε κίνδυνο τον εκσυγχρονισμό και τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας μας. Πολύ συχνά επίσης, όσοι προσπαθούν να ανοίξουν τη σχετική συζήτηση εισπράττουν ως απάντηση προπηλακισμούς κι αστήρικτους λιβέλους. Και με μεγάλη ευκολία κατατάσσονται όλοι οι υποστηρικτές του διαχωρισμού ως ανθέλληνες και άθεοι.

Αυτό που πρέπει σίγουρα να γίνει σαφές είναι ότι ο φιλελευθερισμός δεν βρίσκεται σε σύγκρουση με τις θρησκείες. Αν και ο τελεολογικός χαρακτήρας ορισμένων θρησκειών συγκρούεται με την έννοια της ανοιχτής κοινωνίας, η φιλελεύθερη παράδοση απέχει από οποιαδήποτε κρίση σχετικά με τις μεταφυσικές αντιλήψεις των πολιτών. Όσο οι πράξεις των θρησκευόμενων πολιτών κινούνται μέσα στα πλαίσια του σεβασμού της ελευθερίας του ατόμου και το κράτος δεν εμπλέκεται υποστηρίζοντας, ή διώκοντας, κάποια θρησκεία, η φιλελεύθερη πρακτική είναι αυτή της ουδετερότητας.
Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι διανοητές της φιλελεύθερης παράδοσης κινούνται περισσότερο στα πλαίσια ενός συγκρατημένου αγνωστικισμού, παρά στις δογματικές γραμμές κάποιας θρησκείας. Θα ήταν υποκρισία να αγνοήσουμε και αυτή την παράμετρο. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον αναμενόμενο όταν οι φιλοσοφικές τους αναζητήσεις κινούνται στο χώρο του ανοιχτού μέλλοντος, της άρνησης του ιστορικισμού, και της εναντίωσης σε οποιαδήποτε μορφή απόλυτης ερμηνείας της ηθικής και του δικαίου. Για το φιλελευθερισμό ωστόσο, το πρωτείο του ατόμου και η ελευθερία της σκέψης υπερτερούν κάθε προσωπικής φιλοσοφικής επιλογής. Οπότε και, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης παράδοσης, δεν είναι νοητή η δίωξη οποιασδήποτε θρησκείας ή η σύγκρουση με τις θρησκευτικές επιλογές των πολιτών.

Η σύγκρουση όμως είναι αναπόφευκτη με οτιδήποτε απειλεί την ανοιχτή κοινωνία και τα ατομικά δικαιώματα. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει δυστυχώς η τάση αντιστροφής της πορείας του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους και της (μερικής) επιστροφής στην εποχή των κρατικών θρησκειών και των ειδικών προνομίων. Είτε με τη μορφή απαγόρευσης της βλασφημίας και της δυσφήμησης των θρησκειών, είτε με τη δίωξη της «ρητορικής μίσους», οι οργανωμένες θρησκείες επιδιώκουν να προστατέψουν τα προνόμιά τους και να αποφύγουν τον ανταγωνισμό του ελεύθερου διαλόγου. Στα πλαίσια του ΟΗΕ, με την πρωτοβουλία του Ισλαμικού μπλοκ, προωθείται η απαγόρευση της «δυσφήμησης» των θρησκειών και η προστασία του Ισλάμ από την κριτική που δέχεται τα τελευταία χρόνια λόγω της ανοχής του προς τη μαζική τρομοκρατία και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η πρωτοβουλία αυτή έχει ως κύριο στόχο να επιβάλει τη σιωπή σε κάθε φωνή που αρνείται την απολυτότητα της θρησκευτικής ηθικής και τη νομιμοποίηση των διώξεων κάθε κριτικής στο εσωτερικό των χωρών που φέρνει σε κίνδυνο το θρησκευτικό μονοπώλιο του Ισλάμ. Οι φιλελεύθεροι πρωτοστατούν διεθνώς στην προσπάθεια αντιμετώπισης αυτών των πρωτοβουλιών, αλλά χωρίς ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες – κυρίως σε χώρες πέρα από το στενό πυρήνα της ΕΕ και των ΗΠΑ – δύσκολα θα καταφέρουν να αποτρέψουν τη νομιμοποίηση της λογοκρισίας.
Στο εσωτερικό της χώρας μας, οι φιλελεύθεροι βρίσκονται δυστυχώς χωρίς συμμάχους στη διεκδίκηση του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Πέρα από μεμονωμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες, με τελευταία αυτή του ΣΥΝ και των ανεξάρτητων βουλευτών Ανδριανόπουλου και Μάνου περί της ρύθμισης των σχέσεων εκκλησίας και πολιτείας το 2005, κανείς λόγος δεν γίνεται για το χτίσιμο ενός τείχους διαχωρισμού.
Οι επιπτώσεις και η ανάγκη αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης καταδικάζουν στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης κάθε ζήτημα που δεν έχει άμεσα δημοσιονομικό χαρακτήρα. Η εμπλοκή ωστόσο κράτους και εκκλησίας, όπως αναφέρουμε και πιο πάνω, έχει και την οικονομική της πλευρά που ατυχώς δεν συμπεριλήφθηκε στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Μνημονίου. Παρά τις πιθανές αντιδράσεις, οι φιλελεύθερες δυνάμεις της χώρας οφείλουν να επαναφέρουν το ζήτημα στο πολιτικό προσκήνιο και να αναζητήσουν όλες τις δυνατές συμμαχίες για την προώθηση των αναγκαίων σχετικών μεταρρυθμίσεων.

Ο διαχωρισμός εκκλησίας και πολιτείας δεν έχει στόχο την επικράτηση της μιας ή της άλλης άποψης και δε μπορεί κανείς να τον συγχέει με μια επίθεση κατά της εκκλησίας ή της θρησκευτικής πίστης. Έρχεται να εξυπηρετήσει το σεβασμό της ελευθερίας του κάθε πολίτη να αποφασίζει για τον εαυτό του και να τοποθετήσει τη θρησκευτική πίστη στο χώρο που της ανήκει – το χώρο του ιδιωτικού. Έρχεται να απεγκλωβίσει την εκκλησία από τα δεσμά του κράτους και την κοσμική πολιτεία από το χώρο του μεταφυσικού.