Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Αγορά και αυτορρύθμιση

Leave a Comment
Η πολιτική συζήτηση στη χώρα έχει καταντήσει, εδώ και δεκαετίες, μάχη για τη διεκδίκηση του αυτονόητου. Χαρακτηριστικό είναι ότι πέρα ίσως από μια μικρή μερίδα της κυβέρνησης, δεν υπάρχει κανείς πολιτικός φορέας στην κεντρική πολιτική σκηνή που να δέχεται να υπερασπιστεί το ρόλο και την αξία της οικονομικής ελευθερίας. Γιατί το ζήτημα δεν είναι φυσικά αν αυτορυθμίζεται η αγορά. Το ζήτημα είναι αν ελεύθεροι πολίτες αξίζουν οποιοδήποτε άλλο σύστημα οικονομικής οργάνωσης – αν μπορούμε να αντικαταστήσουμε την ελεύθερη συναλλαγή μεταξύ συναινούντων πολιτών με το ρυθμιστικό χέρι κάποιου ανώτερου πολιτικού άρχοντα.

Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Υπάρχουν ίσως περιπτώσεις που η αγορά μπορεί να μην καταλήξει στην πιο αποδοτική λύση για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. (Εξαρτάται όμως κι από το πώς μετράμε αυτή την αποδοτικότητα: οι Ricardo, Marshal, Marx, Nash, Rawls – και άλλοι πολλοί που μου ξεφεύγουν – έχουν γεμίσει χιλιάδες σελίδες για το πότε μια οικονομική μεταβολή είναι αποδοτική. Κι η συζήτηση φαίνεται ότι θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμη.) Υπάρχουν περιπτώσεις που συμπολίτες μας στέκονται άτυχοι και επιλέγουμε ως κοινωνία να μην επιτρέψουμε σε αυτή τους την ατυχία να τους καταδικάσει. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις που μπορούμε να αναρωτηθούμε αν κάποια διορθωτική παρέμβαση είναι απαραίτητη ή όχι. Με λίγα λόγια, μπορούμε να αμφισβητήσουμε αν η αγορά καταλήγει πάντα στις βέλτιστες καταστάσεις και να συζητήσουμε για το πως επιλέγουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο ως κοινωνία.
Το να αμφισβητούμε όμως ότι η αγορά αυτορυθμίζεται, είναι απλή ανοησία. Μιας και η «αγορά» δεν είναι τίποτα περισσότερο από το μηχανισμό αυτορρύθμισης της οικονομικής δράσης μιας κοινωνίας με βάση τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και την ελευθερία της συναλλαγής.

Το ότι βέβαια οι πολιτικοί φορείς αρνούνται στην πλειονότητά τους το ρόλο της αγοράς, είναι μάλλον φυσικό. Όσο μεγαλύτερος ο χώρος της αγοράς, τόσο μικρότερος ο δυνατός χώρος δράσης τους. Και στο παιχνίδι εξουσίας της πολιτικής θα ήταν μάλλον παράλογο να περιμένουμε κάτι διαφορετικό. Όποιος κι αν είναι όμως ο ισχυρισμός ή η δήθεν θεωρητική του υποστήριξη, αυτό που κρύβεται από πίσω είναι η άποψη ότι μπορεί να υπάρξει κάποιος που γνωρίζει καλύτερα από εμάς τους ίδιους το πώς θα πρέπει να ζούμε τις ζωές μας. Κι αυτή είναι η λιγότερο κυνική περίπτωση. Η άλλη είναι η παρέμβαση στη ζωή μας προς όφελος συγκεκριμένων προσώπων ή ομάδων με αντάλλαγμα τη διατήρηση της εξουσίας ή και άμεσα υλικά ανταλλάγματα.
Πως είναι όμως δυνατό να εμπιστευτούμε τον οποιονδήποτε υπουργό την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των παιδιών μας; Πώς είναι δυνατό ένας γραφειοκράτης να γνωρίζει ποιο πανεπιστήμιο μας ταιριάζει; Πώς είναι δυνατό κάποιος πολιτικός να γνωρίζει πόσα και τι είδους ταξί χρειαζόμαστε; Πόσα φαρμακεία θέλουμε στη γειτονιά μας; Τι είδους ουσίες θα χρησιμοποιήσουμε στο σαλόνι του σπιτιού μας; Ποιος θα είναι ο σεξουαλικός μας σύντροφος; Ποια εκκλησία θα αποφασίσουμε να χρηματοδοτήσουμε;

Στη χώρας μας θεωρείται ακραία η άποψη ότι η αγορά θα έπρεπε να αφεθεί ελεύθερη. Κι ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να δικαιολογηθεί κάποια εξωτερική θεσμική παρέμβαση. Αντί αυτού, έχουμε αποδεχτεί το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους σε κάθε πτυχή της ζωής μας και συζητάμε δειλά για το ποιες υποκατηγορίες της οικονομικής μας ζωής θα μπορούσαμε ίσως να εμπιστευτούμε στην αγορά. Σε εμάς τους ίδιους δηλαδή. (Κι αυτό μόνο υπό την πίεση των δανειστών μας που προσπαθούν – μάταια μάλλον – να μας πείσουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς απορρύθμιση.)

Πολίτες όμως που δεν φέρνουν οι ίδιοι την ευθύνη των επιλογών τους, αφού δεν έχουν καν την ελευθερία των επιλογών αυτών, μετατρέπονται εύκολα σε ανεύθυνους πολίτες. Ας μην μας εντυπωσιάζει λοιπόν και η κατάντια της οικονομικής και πολιτικής μας ζωής. Θα ήταν παράλογο ανεύθυνοι πολίτες να αναδείξουν κάτι άλλο πέρα από ανεύθυνους πολιτικούς.