Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Παπανδρέου ΙΙ

Leave a Comment
Ο Ανδρέας Παπανδρέου πίστευε ότι «ή η Ελλάδα θα φάει το χρέος, ή το χρέος θα φάει την Ελλάδα». Φαίνεται ότι είχε δίκιο. Και είναι τελικά μάλλον το χρέος που θα φάει την Ελλάδα – ξεκινώντας από τις κυβερνήσεις που δείχνουν την πρόθεση να του αντισταθούν.

Παρακολουθώντας την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου Ι, η πρώτη μου σκέψη στράφηκε στις ομοιότητες με την κατάληξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη: οι μεταρρυθμιστικές προθέσεις και των δύο πρωθυπουργών, τα φτωχά αποτελέσματα του επιτελείου τους, οι άστοχες επιλογές στελεχών, η λαϊκίστικη αντιπολίτευση, ο αδυσώπητος ενδοκομματικός πόλεμος και, τελικά, το πρόωρο και άδοξο τέλος. Κι η διαφορά που υπάρχει, ότι δηλαδή η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη οδήγησε σε εκλογές ενώ η πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου Ι οδήγησε απλά σε μια εσωκομματική αλλαγή φρουράς, δεν έχει και μεγάλη σημασία. Και τις δύο κυβερνήσεις τις διαδέχτηκαν τελικά κυβερνήσεις του ‘παραδοσιακού’ ΠΑΣΟΚ.


Το Μνημόνιο, πέρα από τα – αναγκαία ίσως τότε – φοροεισπρακτικά μέτρα, στηρίχθηκε και σε μια σειρά μεταρρυθμίσεων με ξεκάθαρο στόχο την απορύθμιση των αγορών και την απελευθέρωση της δημιουργικότητας πολιτών και επιχειρήσεων. Σε επίπεδο προθέσεων ήταν σίγουρα στη σωστή κατεύθυνση. Η υλοποίησή του βέβαια περιορίστηκε σε συμβολικές κινήσεις και ημίμετρα. Το επιτελείο του πρωθυπουργού, παρά τις καλές προθέσεις του ίδιου και των στενών συνεργατών του, δεν κατάφερε δυστυχώς να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που το ίδιο εξήγγειλε και παρασύρθηκε πολύ γρήγορα στο μικροπολιτικό παιχνίδι της διατήρησης ισορροπιών. Σε αυτό φυσικά τη μεγαλύτερη ευθύνη φέρει ο ίδιος ο πρωθυπουργός που, αδυνατώντας να συγκρουστεί με τους μηχανισμούς του κόμματός του, προτίμησε να τους φιλοξενήσει σε καίριες κυβερνητικές θέσεις. Ο κ. Παπακωνσταντίνου, που σήμερα εισπράττει μόνος του το κόστος της αποτυχίας, ήταν καταδικασμένος να αποτύχει από την αρχή.

Ο πρωθυπουργός, μετά την αποτυχία δημιουργίας κυβέρνησης συνεργασίας, έπρεπε να προχωρήσει μόνος του. Αυτό άλλωστε δήλωσε ότι είχε σκοπό να κάνει. Κι αν και μια αναμόρφωση του οικονομικού επιτελείου ήταν μάλλον αναπόφευκτη, ο κ. Παπακωνσταντίνου έπρεπε να παραμείνει στη θέση του. Κι αντί του κομματικού στόλου που τον πλαισίωνε μέχρι χτες, έπρεπε σήμερα να έχει δίπλα του στελέχη – εντός ή εκτός ΠΑΣΟΚ, εντός ή εκτός Βουλής – που είχαν όντως τη βούληση να προχωρήσουν στην εφαρμογή του Μνημονίου, την επέκτασή του και την ριζοσπαστική εξυγίανση του ελληνικού Δημοσίου. Ο κ. Παπανδρέου όμως προτίμησε να σώσει την πολιτική του καριέρα, αντί τη χώρα. Κι αυτή είναι η πιο τραγική κατάληξη που θα μπορούσε να υπάρξει σε ένα μάλλον ελπιδοφόρο ξεκίνημα μιας κυβέρνησης που ανέλαβε το πολιτικό κόστος για αποφάσεις που δεν τόλμησε καν να πάρει.
Ο αγανακτισμένος όχλος της πλατείας Συντάγματος, οι συνωμοσιολόγοι των τηλεοπτικών παραθύρων, οι υπερπατριώτες της πλαστικής σημαίας και ο παρασιτικός δημόσιος τομέας μπορούν να κοιμούνται ήσυχα.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου ΙΙ εκπροσωπεί μια απρόσμενη επιστροφή σε μια εποχή που θα έπρεπε να ξεχάσουμε, όχι να αναπολούμε. Ο πρωθυπουργός, προσπαθώντας να διατηρήσει την εξουσία – δεν γνωρίζω πια για ποιο λόγο - ισορροπεί τις εσωκομματικές του αντιπαλότητες ισοπεδώνοντας κάθε ελπίδα διεξόδου από μια κρίση που δεν αντιμετωπίζεται πλέον με πολιτικάντικα τεχνάσματα. Δεν ξέρω πόσο αδαείς μπορεί να αποδειχτούνε οι εταίροι μας ώστε να συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις αυτοκαταστροφικές μας επιλογές. Δεν βλέπω ωστόσο πλέον καμία διέξοδο πέραν της μετανάστευσης ή της άμεσης προσφυγής στις κάλπες.