Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Το καλό βιβλίο

Leave a Comment
Με ή χωρίς τη θρησκεία, οι καλοί άνθρωποι μπορούν να φερθούν ωραία και οι κακοί μπορούν να κάνουν κακό. Αλλά για να κάνουν κακό καλοί άνθρωποι, για κάτι τέτοιο χρειάζεται η θρησκεία.
- Steven Weinberg
Την εβδομάδα που πέρασε 12 συνάνθρωποί μας (μεταξύ των οποίων 7 υπάλληλοι των Ηνωμένων Εθνών) θυσιάστηκαν για ένα βιβλίο. Μια ακόμη απόδειξη του παραλογισμού ορισμένων ανθρώπων που γεννιέται και τροφοδοτείται από την παράνοια της απόλυτης θρησκευτικής αλήθειας.

Ο ιεροκήρυκας Jones, επικεφαλής μιας εκκλησίας 50 ατόμων στο Gainesville της Φλόριντα των Η.Π.Α., σκηνοθέτησε ‘λαϊκό δικαστήριο’ με το ποίμνιο του ως ενόρκους και κατηγορούμενο το Κοράνι για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Ω! τι έκπληξη, οι ένορκοι αποφασίσανε ομόφωνα ότι το Κοράνι είναι όντως ένοχο και το δικαστήριο το καταδίκασε σε καύση. Το κοράνι οδηγήθηκε λοιπόν στην πυρά και το βίντεο της φαρσοκωμωδίας αυτής πήρε το δρόμο του για το διαδίκτυο, ως μια ακόμη απόδειξη της ατέλειας του μηχανισμού της εξέλιξης και της ανοησίας που είναι ικανό το είδος μας. Κι αν η ιστορία τελείωνε εδώ, θα είχαμε περιοριστεί απλά στη μεταφυσική αστειότητα κάποιου ασήμαντου πάστορα του Αμερικάνικου Νότου.

Στην άλλη άκρη όμως της γης, στο Mazar-i-Sharif του Αφγανιστάν, ξεσπάσανε βίαιες διαδηλώσεις από φανατικούς ισλαμιστές που θεώρησαν προσωπική προσβολή την καύση του ιερού τους βιβλίου. Το ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί απαραβίαστο δικαίωμα των πολιτών στις Η.Π.Α. και το γεγονός ότι η κυβέρνηση της χώρας δεν μπορεί – δεν έχει καν δικαίωμα – να παρέμβει, δεν ενδιέφερε καθόλου τη μανία του όχλου. Επιτέθηκαν στον καταυλισμό των Ηνωμένων Εθνών και ξεσπάσανε την οργή τους πυροβολώντας και μαχαιρώνοντας μέχρι θανάτου 12 συνανθρώπους μας που πιθανότατα δεν γνωρίζανε καν την ύπαρξη του πάστορα Jones. Οι άνθρωποι αυτοί βρισκότανε στο Αφγανιστάν για να υποστηρίξουν το ανθρωπιστικό έργο του ΟΗΕ και να βοηθήσουν τη χώρα να βρει το δρόμο της προς τη δημοκρατία και την ομαλότητα. Ακόμη μια απόδειξη της βαρβαρότητας που είναι ικανός ο θρησκευτικός φανατισμός.

Ελπίζω να μη χρειάζεται να αποδείξω ότι η καύση ενός ιερού βιβλίου δεν αποτελεί καταδίκη των εγκλημάτων που έχουν γίνει, ή εξακολουθούν να γίνονται, στο όνομά του. Ούτε καν στην περίπτωση που το βιβλίο αυτό προτρέπει σε βιαιοπραγίες και απάνθρωπες συμπεριφορές. Με αυτό το κριτήριο, δύσκολα θα επιβίωνε κι η ίδια η Βίβλος του πάστορα Jones. Και φυσικά, δεν υπάρχει βιβλίο, σύμβολο, ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, του οποίου η καύση θα μπορούσε να εξηγήσει (ή να δικαιολογήσει) δολοφονίες ανθρώπων.
Θα μπορούσα να επιμείνω σε μια κριτική της πράξης του πάστορα Jones και στο ρόλο που παίζει ο ανόητος φονταμενταλισμός του είδους του στη διαμόρφωση των πολιτικών επιλογών του συντηρητικού κομματιού της Αμερικανικής κοινωνίας. Δεν θα το κάνω. Αν επέμενα σε αυτή την πτυχή της ιστορίας, θα δημιουργούσα ίσως την εντύπωση εξίσωσης ή συμψηφισμού των δύο φαινομένων. Και τέτοιος συμψηφισμός δεν μπορεί να υπάρξει. Όσο ανόητη κι αν υπήρξε η πράξη του πάστορα Jones, έχουμε χρέος ως κοινωνία να την προστατέψουμε. Να την προστατέψουμε απέναντι στην σύγχρονη τάση των κυβερνήσεών μας να περιορίσουν κάθε μορφή έκφρασης και διαμαρτυρίας που μπορεί να προσβάλει κάποια οργανωμένη ομάδα. Να την προστατέψουμε κι απέναντι στη βία θρησκευτικών οργανώσεων που μπορεί να θεωρήσουν ότι η πράξη αυτή προσβάλει ίσως την πίστη ή τις αξίες τους.
Όπως και με τα σκίτσα του Μωάμεθ στη Δανία και τους Σατανικούς Στίχους του Salman Rushdie, η προσήλωσή μας στην προστασία της ελεύθερης έκφρασης θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτη. Κι η απάντηση στη μανία του δήθεν προσβεβλημένου όχλου θα έπρεπε να είναι η άμεση κι απόλυτη καταδίκη της βίας ως μορφή επιβολής της σιωπής και της απουσίας κριτικής. Πόσο μάλλον όταν η βία αυτή στρέφεται εναντίον αθώων συνανθρώπων μας.

Μελετώντας το παρελθόν μας, η ανθρωπότητα φαίνεται να γίνεται όλο και λιγότερο βίαιη, παρά την εντύπωση που ίσως σχηματίζεται για το αντίθετο από μέσα ενημέρωσης και προσωπικές εμπειρίες. Αυτό ωστόσο δεν προσφέρει καμία ανακούφιση στους συγγενείς των θυμάτων του θρησκευτικού όχλου στο Αφγανιστάν.
Πριν από μερικά χρόνια, ο Dennis Prager, θρήσκος δημοσιογράφος στις Η.Π.Α., ρώτησε ρητορικά τον Christopher Hitchens: «Αν βρισκόσουν σε μια ξένη πόλη ένα απόγευμα κι έβλεπες μια ομάδα ανθρώπων να σε πλησιάζει, θα αισθανόσουν ή όχι πιο ασφαλής αν ήξερες ότι μόλις προέρχονται από προσευχή;» Η απάντηση του Hitchens, που αγνόησε επιδεικτικά το ρητορικό χαρακτήρα της ερώτησης, δεν συγχώρησε την αφέλεια του δημοσιογράφου: «Χωρίς καν να φύγουμε από το γράμμα B, είχα στην πραγματικότητα παρόμοια εμπειρία στο Μπέλφαστ, τη Βηρυτό, το Βελιγράδι, τη Βηθλεέμ και τη Βαγδάτη. Σε κάθε από αυτές τις περιπτώσεις μπορώ να πω απόλυτα, και μπορώ να δώσω και τους λόγους μου, γιατί θα ένιωθα αμέσως απειλούμενος αν πίστευα ότι η ομάδα ανθρώπων που με πλησιάζει το σούρουπο προέρχεται από κάποια θρησκευτική συνάθροιση.»
Αν θέλαμε να συνεχίσουμε την καταγραφή, θα ήταν αδικαιολόγητη παράλειψη να μην αναφέρουμε και το Mazar-i-Sharif στο γράμμα Μ.