Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Δεν πληρώνεις

Leave a Comment
Το 1846, η πολιτεία της Μασαχουσέτης στις ΗΠΑ επέβαλε κεφαλικό φόρο σε όλους τους πολίτες της υπέρ της τοπικής εκκλησίας. Ο Henry David Thoreau θεώρησε το φόρο αυτό άδικο, μιας και δεν ήταν μέλος της συγκεκριμένης εκκλησίας, αρνήθηκε να τον πληρώσει και οδηγήθηκε στη φυλακή. («Δεν βλέπω γιατί ο δάσκαλος θα έπρεπε να φορολογηθεί υπέρ του ιερέα.») Ήταν αυτή του η εμπειρία που τον οδήγησε και στη συγγραφή της «Πολιτικής Ανυπακοής», ενός δοκιμίου που επιχειρηματολογεί υπέρ του δικαιώματος των πολιτών να μην υπακούουν σε νόμους του κράτους όταν τους θεωρούν άδικους. Ακολουθώντας τη Σωκρατική παράδοση, ο ειρηνικός ακτιβισμός της πολιτικής ανυπακοής αρνείται το νόμο, στέκεται απέναντί του, αλλά δεν αποφεύγει ποτέ τις συνέπειες των πράξεών του.

Δύσκολα μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ενάντια στην άποψη ότι υπάρχει κάτι θεμελιωδώς άδικο σε ένα καθεστώς που το κράτος αποσπά (με την απειλή της βίας) μέρος της ιδιοκτησίας ενός ατόμου προς όφελος οργανωμένων συντεχνιών, ισχυρών συμφερόντων ή ηχηρών μειοψηφιών. Γιατί ένας άθεος ή αλλόθρησκος να πληρώνει με τους φόρους του το μισθό των ιερέων και των υπαλλήλων της εκκλησίας; Γιατί ένας κάτοικος των Ιωαννίνων να επιδοτεί τις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, που πιθανά δεν θα χρησιμοποιήσει πιθανά ποτέ του; Γιατί ένας πολίτης που δεν έχει καν τηλεόραση στο σπίτι του να επιβαρύνεται με τη στήριξη της ΕΡΤ; Γιατί να χρηματοδοτούμε ως κοινωνία τα κεκτημένα της όποιας επαγγελματικής συντεχνίας;
Στο όνομα πάντα μιας θεωρητικής κοινωνικής συνοχής, ο κατάλογος των άμεσων ή έμμεσων φόρων υπέρ τρίτων που καλούμαστε να καλύψουμε με το εισόδημά μας είναι μεγαλύτερος από ότι θα έπρεπε να επιτρέπει η ανοχή μας. Θα μπορούσαμε όντως να συζητήσουμε ως κοινωνία την παρουσία ή όχι ενός συστήματος οικονομικής ασφάλειας, να παρέχουμε επιπλέον ίσως προστασία στους πιο αδύναμους οικονομικά συμπολίτες μας ή και να επιδοτούμε κάποιες δραστηριότητες που τις θεωρούμε απαραίτητες για το κοινό καλό. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από τη στήριξη συγκεκριμένων ομάδων πολιτών σε βάρος των υπολοίπων, απλά και μόνο λόγω της ισχυρότερης πολιτικής τους θέσης ή της πλεονεκτικής τους γεωγραφικής τοποθέτησης.
Η επιδότηση, για παράδειγμα, των αστικών συγκοινωνιών της Αττικής δεν αφορά μόνο τους φτωχούς Αθηναίους. Την απολαμβάνουν εξίσου όλοι οι κάτοικοι της περιοχής ανεξαρτήτου εισοδήματος, ενώ την πληρώνουν και οι φτωχότεροι συμπολίτες μας από ολόκληρη την επικράτεια. Αν αποφασίζαμε να επιδοτήσουμε τα εισιτήρια συγκοινωνιών των φοιτητών ή των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών σε όλη τη χώρα, η συζήτηση θα είχε τελείως διαφορετική μορφή: αν το επιτρέπουν τα δημόσια οικονομικά, αν έχει μεγαλύτερη προτεραιότητα από άλλες δημόσιες επενδύσεις, κλπ. Ωστόσο, ο θεσμός ως έχει ευνοεί προφανώς τους κατοίκους του λεκανοπεδίου σε βάρος όλων των υπολοίπων. Αντίστοιχα, οι οδηγοί που καλούνται να πληρώσουν διόδια στη Μεταμόρφωση, δεν πληρώνουν για τη χρήση του οδικού τμήματος που χρησιμοποιούν – αυτό έχει κατασκευαστεί (κακώς; ίσως) με χρηματοδότηση του Δημοσίου και της Ε.Ε. Τα σχετικά έσοδα προορίζονται σε μεγάλο ποσοστό για την κατασκευή της Ιόνιας οδού. Ενός αυτοκινητοδρόμου που προφανώς δεν χρησιμοποιούν – μιας και δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί – και είναι επίσης αμφίβολο αν ποτέ χρησιμοποιήσουν.
Σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή, ο κ. Μάνος γράφει: «Η πληρωμή διοδίων πριν από την ολοκλήρωση του έργου δεν αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία, αλλά σωστή επιλογή, επειδή διευκολύνει τη χρηματοδότηση και συνεπώς την πραγματοποίηση μεγάλων έργων.» Μπορεί να είναι όντως έτσι – να διευκολύνεται δηλαδή η χρηματοδότηση μεγάλων έργων. Δεν παύει όμως η μέθοδος αυτή να είναι και καταφανώς άδικη. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, η πρωταρχική αξία δεν μπορεί να είναι η πραγματοποίηση μεγάλων έργων. Φυσικά και πρέπει να φροντίσουμε την ανάπτυξη και συντήρηση των υποδομών της χώρας. Μόνο όμως μέσα στα πλαίσια που καθορίζουν η αρχές της ισονομίας και του κράτους Δικαίου.

Μπορεί να δικαιολογηθεί «πολιτική ανυπακοή» ως αντίδραση σε αυτό το καθεστώς; Ίσως. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να δικαιολογηθεί κι ο θρασύδειλος δήθεν ακτιβισμός του «δεν πληρώνω». Ο επιβάτης του μετρό στην Ομόνοια που δεν αρκείται στην επιδότηση του εισιτήριου του από τον έλληνα φορολογούμενο και «δεν πληρώνει» είναι αυτό ακριβώς που φαίνεται: λαθρεπιβάτης. Ο δήμαρχος που καταστρέφει τα διόδια: βάνδαλος. Ο οδηγός που σηκώνει τη μπάρα και περνάει χωρίς να πληρώσει: παραβάτης. Όταν όλοι αυτοί σταθούν με θάρρος στο δικαστήριο και αναλάβουν πλήρως τις συνέπειες των πράξεών τους, τότε θα συζητήσουμε ξανά περί «πολιτικής ανυπακοής». (Δύσκολα βέβαια να αλλάξει η εικόνα του επιδοτούμενου λαθρεπιβάτη.) Μέχρι τότε, παραμένουν δείγματα αυτού του βαλκανικού είδους που αναπτύσσεται εκεί που η νομιμότητα έχει χάσει πια το νόημά της κι το «έτσι θέλω» θεωρείται ηρωική πράξη: του τσαμπατζή.